Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Εορτασμοί του δεκαπενταύγουστου με μια Παναγιά λησμονημένη ( Πρωτοπρεσβύτερου Δημήτριου Θεοφίλου M.D, Student Ph.D Ε.Κ.Π.Α)



 Για άλλη μια χρονιά και εφέτος κοντοζυγώνει η γιορτή της Παναγιάς της κοινής μάνας όλων των ανθρώπων βαπτισμένων και μη. Γεμάτη η πατρίδα μας από άκρη σε άκρη με εκκλησιές και ξωκλήσια στη Χάρη της.
 Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι, εμείς οι σύγχρονοι «έλληνες» και «χριστιανοί», τιμούμε ή γιορτάζουμε, ευλαβούμαστε ή συνεχίζουμε μέσα στο χρόνο την ανάμνηση κάποιων  λαογραφικών εθίμων;
 Από τη 1η του Αυγούστου, η πίστη και η παράδοσή μας, ορίζουν 15  μέρες πνευματικής προετοιμασίας, για την ψυχοσωματική υποδοχή του γεγονότος της κοίμησης της Παναγιάς στις 15του Αυγούστου. Ας αναρωτηθεί ο καθένας (καθεμιά) χωριστά, αλλά και όλοι μαζί, αν συμετείχαμε σε αυτή την προετοιμασία, ως ζωντανά κύτταρα ενός σώματος, όπως αυτού της Εκκλησίας.  Πιο συγκεκριμένα αν νηστέψαμε, αν ξαγορευτήκαμε τα λάθη, τα ξαστοχήματα και τις αποτυχίες μας, αν προσευχηθήκαμε στις καθημερινές παρακλήσεις που λάμβαναν χώρα 15 μέρες πριν την μεγάλη γιορτή. Και τέλος αν καθαρισθήκαμε, και προετοιμαστήκαμε να συνεορτάσουμε στις 15του Αυγούστου την Κοίμηση της Πανάγιας κοινής μας μάνας και πνευματικής τροφού, κοινωνώντας το σώμα και το Αίμα του Γιού της και Θεού μας, Σωτήρα Χριστού.
 Ψιλά γράμματα θα σκεφτούν κάποιοι και άλλοι ίσως πουν μα τι λες τώρα «παπά» μου, που ζεις ο κόσμος πήρε την υπόθεση της ζωής και του θανάτου του στα χέρια του, η θεά επιστήμη – τεχνολογία ορίζει τα πάντα, ο άνθρωπος σκότωσε το θεό του και λευτερώθηκε…
 Γνώριμες από παλιά τέτοιες κουβέντες σε μορφή ψιθύρου ή κραυγής.  Που δεν εκφράζουν όμως τίποτε άλλο από κενό, απελπισία, αδιέξοδα και  πόνο αβάσταχτο.
  Παναγία και πόνος πάνε μαζί, η αίσθηση του πόνου βρίσκει την απάντηση της στο πρόσωπο της Παναγίας, την εγκαρτέρηση και την εγκατάλειψη του ανθρώπινου εαυτού μέσα στο πέλαγος της Θείας βούλησης.
 Ο πόνος ως λύτρωση και εκπλήρωση μελλοντικών αληθειών, μπορεί να βιωθεί μόνο στο «ζυμωτήριο» της αγάπης, όπου θα ζυμωθεί με το δάκρυ της μετάνοιας, τον ιδρώτα του αγώνα και το αίμα του μαρτυρίου.
 Σήμερα, μας φαίνονται τόσο μακρινά όλα τούτα, όπως ο πόνος και η οδύνη της Μαριάμ, όταν νοιώθει να κακολογούν, να παρεξηγούν, να κατηγορούν, να φτύνουν, να βρίζουν και τελικά να θανατώνουν το μοναχοπαίδι της.
 Μας φαίνεται τόσο απόμακρη η αντίδρασή της, που αντί να καταραστεί σύμπασα την ανθρωπότητα ως φονιάδες του αθώου γιού της, μας σπλαχνίζεται, μας συγχωρεί, μας συντρέχει, μας αγκαλιάζει σαν φιλόστοργη μάνα, βάζοντας στην αγκαλιά της όλους μας, καλούς και κακούς, έντιμους και υποκριτές, ένοχους και αθώους.
 Ο πόνος εξαγιάζει την Μαριάμ και την κάνει Παναγία, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει με εμάς, που αρκετές φορές ο πόνος, μας μετατρέπει σε δαίμονες …
 Το παράδειγμα της Παναγίας, πρέπει να βρει μιμητές και σε γυναίκες και σε άντρες, αφού εστιάζεται στη συγχωρητικότητα (γιατί μη μου πείτε πως ανθρωπίνως υπάρχει μεγαλύτερο κακό από το να μας σκοτώσουν κάποιοι το παιδί μας), στη ευσπλαχνία και την αδιάκριτη αγάπη προς όλους δικαίους και αδίκους.
  Μια από τις προσφιλείς ονομασίες της Παναγιάς είναι εκείνη που την προσδιορίζει ως Γιάτρισσα. Πράγματι μεγάλη Γιάτρισσα η Παναγιά μας, τόσο για τα άλγη του σώματος όσο και για εκείνα της ψυχής.
 Ας μην καταφεύγουμε μόνο στη Παναγιά όταν ο καρκίνος μας χτυπήσει τη πόρτα, ή ο θάνατος το σπιτικό μας, και τότε μεν αλλά και πριν και μετά. Την Παναγία καλό είναι να μην την θυμόμαστε μόνο όταν είμαστε «με την πλάτη στο τοίχο», με τρόπο λογιστικό, αναξιοπρεπή και μίζερο, αλλά να μοιραζόμαστε μαζί της και τις χαρές μας, να την ευχαριστούμε και Να την ευγνωμονούμε που βρίσκεται στη θέση αυτή, ως μεσίτρια, για να έχουμε και εμείς κάποιο αποκούμπι ψυχής, μια παρηγοριά στο πόνο, κάποια ελπίδα πως όλα δεν τελειώνουν στο τάφο, αλλά η ανάσταση αποτελεί κυρίαρχο ζήτημα της ύπαρξης μας,  η ανάσταση δίνει χρώμα και ήχο ζωής στο να αναγεννήσει τη ζωή μας και να της δώσει νόημα, τραβώντας την από τα ανάξια, τα μικρά και τα χωμάτινα, που συνήθως μάταια, ασχολούμαστε να λύσουμε ή να δέσουμε, σε τούτο το παροδικό και εικονικό κόσμο.
 Σε τούτους του δύστροπους, δύστοκους  και χαλεπούς καιρούς, είναι ζήτημα ψυχοσωματικής επιβίωσης η αναφορά σε κάτι ανώτερο, ιερότερο, αγιότερο, από τη λάσπη της ύλης και την χυδαιότητα της όποιας καθημερινότητας, από την αδιέξοδη αποκοτιά ενός ορθολογιστικά δομημένου τεχνικού κόσμου. 
 Ο Οδυσσέας Ελύτης με έξοχα ποιητικό λόγο υμνολογεί την «Παναγιά του απέραντου γαλάζιου του Αιγαίου». Αφορμή στάθηκαν τα «Τζιτζίκια», (από Τα ρω του έρωτα), ένα από τα ωραιότερα ποιητικά πορτρέτα της Παναγιάς που «μυρίζει» θάλασσα και ελληνικό καλοκαίρι:

Η Παναγιά το πέλαγο
κρατούσε στην ποδιά της
Τη Σίκινο την Αμοργό
και τ’ άλλα τα παιδιά της
Από την άκρη του καιρού
και πίσω απ’ τους χειμώνες
Άκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι Γοργόνες
Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ’ αρμυρίκια
Σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:
– Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
κι όλ’ αποκρίνονται μαζί:
– Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει


«Καλή Παναγία»  σε όλους και όλες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: