Tι κοινό μπορεί να έχουν ένας Έλληνας ποιητής με έντονη εσωτερική ανησυχία και μια Αμερικανίδα καλλιτέχνιδα με πάθος για τον πολιτισμό; Την απάντηση τη βρίσκουμε στους Δελφούς του 1927, όταν ο Άγγελος Σικελιανός και η, τότε σύζυγός του, Εύα Πάλμερ ένωσαν τις δυνάμεις τους για να δώσουν ζωή σε ένα μεγάλο όραμα: τη Δελφική Ιδέα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 16 Μαΐου 2025
Η Δελφική Ιδέα: Το όραμα του Σικελιανού που ζωντάνεψε στους Δελφούς
Κυριακή 15 Μαΐου 2022
«Δελφικές Εορτές»
Κυριακή 11 Ιουλίου 2021
Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020
Δελφοί : Στην ιστορική κατοικία του Άγγελου και της Εύας Σικελιανού στους Δελφούς
Η Ελένη Σικελιανός, δισέγγονη του σπουδαίου ποιητή, μιλά αποκλειστικά στη LiFO, σε μία από τις σπάνιες επισκέψεις της στην Ελλάδα

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019
Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019
Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017
Τρίτη 9 Μαΐου 2017
Σαν σήμερα το 1927 οι πρώτες Δελφικές Εορτές με πρωτοβουλία του Άγγελου Σικελιανού

Γιορτές που οργανώθηκαν το 1927 και το 1930 στους Δελφούς, με πρωτοβουλία του ποιητή Άγγελου Σικελιανού και της αμερικανίδας συζύγου του Εύας Πάλμερ – Σικελιανού.
Τρίτη 16 Αυγούστου 2016
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015
Ο εφοπλιστής Λεωνίδας Τυπάλδος μετέτρεψε τη βίλα Σικελιανού σε ρομαντικό εστιατόριο & "επισκέψιμο Μουσείο" (Στο Ξυλόκαστρο)
Λιτή μα
αριστοκρατική η διακόσμηση στα δωμάτια του ξενοδοχείου
Γόνος μιας
από τις σημαντικότερες εφοπλιστικές οικογένειες της χώρας, ο ίδιος δεν εφησυχάζει ποτέ. Στο
πλαίσιο αυτής της διαρκούς αναζήτησης για το καινούριο και το πρωτοποριακό,
αποφάσισε να μετατρέψει την ιστορική βίλα του Αγγελου Σικελιανού, η οποία
βρίσκεται δίπλα στο ξενοδοχείο και ανήκει στην οικογένεια Τυπάλδου, σε ένα
ατμοσφαιρικό εστιατόριο ιταλικής γεύσης.
Ο ίδιος
παραδέχεται ότι η αξιοποίηση ενός τόσο ιστορικού χώρου αποτέλεσε από μόνη της
ένα μεγάλο κίνητρο. «Το
οικόπεδο το αγόρασε το 1908 η Εύα Πάλμερ, η σύζυγος του Αγγελου Σικελιανού. Η
βίλα άρχισε να χτίζεται το 1912 πάνω σε σχέδια του ίδιου του ποιητή. Πρόκειται
για ένα κτίσμα που είναι φτιαγμένο με τη μέθοδο της ισοδόμου λιθοδομής με πέτρα
που μεταφέρθηκε από την περιοχή των Αγίων Θεοδώρων. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια
συνδυάζουν τρεις τάσεις: την αρχαιοελληνική με τους κίονες στην πρόσοψη, τη
βυζαντινή τεχνοτροπία στους κανόνες της οποίας υπακούουν τα παράθυρα και την
ενετική που συναντάμε στα μπαλκόνια. Υπάρχει ισόγειο, υπόγειο και πρώτος όροφος
και είναι συνολικής έκτασης 450 τετραγωνικών μέτρων με μεγάλες βεράντες. Στη
βεράντα του ισογείου ονειρευτήκαμε και δημιουργήσαμε το εστιατόριο όπου οι
θαμώνες έχουν τη δυνατότητα σε έναν χώρο που φέρει μοναδική ενέργεια να
απολαύσουν τις δημιουργίες του διακεκριμένου σεφ Στέφανου Πολύζου, γνώριμου από
ιδιαίτερους χώρους καλής εστίασης όπως το ‘‘GB Corner’’ της ‘‘Μεγάλης
Βρεταννίας’’. Πίνοντας ένα παγωμένο ποτήρι Pinot Grigio και δοκιμάζοντας ένα
γευστικό πιάτο σπαγγέτι alle vongole ή μερικά κομμάτια από επιλεγμένο
προσούτο Πάρμας, ο επισκέπτης αισθάνεται τη γοητεία μιας άλλης εποχής. Στις
συγκεκριμένες βεράντες χαίρονταν την καλή παρέα και το μοναδικό τοπίο εξέχουσες
προσωπικότητες, φίλοι του Αγγελου Σικελιανού, ο Καζαντζάκης, ο Καρυωτάκης, ο
Παλαμάς. Στην ίδια βίλα, δε, έχουν περάσει κάποια καλοκαίρια τους ο Παύλος και
η Φρειδερίκη». Μάλιστα, οι επισκέπτες μπορούν να συνδυάσουν ένα δείπνο στη βίλα
με επίσκεψη στο εσωτερικό του χώρου, και συγκεκριμένα στα σαλόνια όπου υπάρχουν
χειρόγραφα και σημειώσεις του Ελληνα ποιητή.
Σκέψη καθώς
οι τουρίστες που έκαναν κρουαζιέρα μπορούσαν είτε να μεταφερθούν με λεωφορεία
από την Πάτρα, είτε να έρθουν με μικρές βάρκες από την Αθήνα. Σε μια χώρα που
ακόμη δεν είχε αντιληφθεί τη δύναμη του τουρισμού, κάποιος κατάφερε να
πρωτοστατήσει, μετατρέποντας το Ξυλόκαστρο σε διεθνή προορισμό», σχολιάζει ο
εγγονός του Σπύρου Τυπάλδου.
Το πορτρέτο
και τα χειρόγραφα του Αγγελου Σικελιανού δεσπόζουν στην είσοδο της βίλας, η
οποία χτίστηκε το 1912 πάνω σε σχέδια του ίδιου του ποιητή
Κυριακή 15 Μαρτίου 2015
Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ ΦΩΚΙΔΑΣ
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Φωκίδας σας καλεί
στη διάλεξη με θέμα: η "Δελφική
Προσπάθεια" του Άγγελου και της Εύας Σικελιανού, της Ευθαλίας Παπαδάκη,
Σχολικής Συμβούλου Φιλολόγων στο Γυμνάσιο Δελφών στις 30 Νοεμβρίου 2014, ώρα
11.00 πμ. Θα ακολουθήσει επίσκεψη στο Μουσείο
Δελφικών Εορτών στην οικία Σικελιανού.
petrosdiver
Χρήσιμες πληροφορίες:
Ο αρχαιολογικός χώρος είναι ανοικτός έως τις 15.00 και
το μουσείο έως τις 16.00 με τελευταία είσοδο 25 ' πριν. Εάν θέλετε μπορείτε να εκδηλώσετε
το ενδιαφέρον σας να συνταξιδέψετε και το σημείο αναχώρησης ώστε να
αναζητηθούν πιθανοί συνεπιβάτες. Μπορείτε ακόμα να παρακολουθείτε τη σελίδα που έχει στο Facebook όπου θα αναρτηθεί συνοδευτικό υλικό.
https://www.facebook.com/events/659437154168830/?notif_t=plan_user_joined
Δευτέρα 7 Μαΐου 2012
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 7 ΜΑΙΟΥ 1927: ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΔΕΛΦΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ
Η αποδοχή τους από τον κριτικό κόσμο της
εποχής
Το παρόν άρθρο εστιάζει στην απήχηση που είχαν οι πρώτες Δελφικές Εορτές, τις οποίες διοργάνωσαν ο Άγγελος Σικελιανός με τη σύζυγό του Εύα Πάλμερ το Μάιο του 1927 στους Δελφούς, και στη γενικότερη αποδοχή τους από τον κριτικό κόσμο της εποχής. Οι γιορτές αυτές ήταν αποτέλεσμα του μεγαλόπνοου οραματισμού του ποιητή για τη Δελφική Ιδέα και απέβλεπαν στο να ξαναγίνουν οι Δελφοί «ομφαλός της γης», κέντρο μιας παγκόσμιας αμφικτιονίας, όπου το πνεύμα του αρχαίου ελληνισμού μέσα από την αναβίωσή του θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση της ενότητας του παγκόσμιου πνεύματος, που θα οδηγούσε την ανθρωπότητα σε ψυχική και πνευματική λύτρωση.
Ο Σικελιανός, μάλιστα, οραματιζόταν και την ίδρυση Πανεπιστημίου στους Δελφούς. Ψυχή, πάντως, του όλου εγχειρήματος υπήρξε η Εύα Πάλμερ, η οποία πέρα από την οικονομική εισφορά της κατέβαλε μεγάλη προσωπική εργασία, δουλεύοντας ακαταπόνητα, συμμετέχοντας στις πρόβες, προσπαθώντας να ρυθμίσει και την τελευταία λεπτομέρεια.
Οι Πρώτες Δελφικές Εορτές διήρκεσαν δύο ημέρες και η διοργάνωσή τους περιελάμβανε παράσταση του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, γυμνικούς αγώνες, λαϊκούς χορούς και έκθεση λαϊκής τέχνης. Επαναλήφθηκαν το 1930 (Δεύτερες Δελφικές Εορτές), στο πρόγραμμα των οποίων περιλαμβανόταν εκτός από τον Προμηθέα Δεσμώτη και παράσταση των Ικέτιδων του Αισχύλου. Οι παραστάσεις αυτές αποσκοπούσαν στην αναβίωση του αρχαίου τρόπου διδασκαλίας. Η μουσική, που συνόδευε τα χορικά, βασιζόταν στο βυζαντινό μέλος. Τις ενδυμασίες των υποκριτών είχε υφάνει η ίδια η Εύα Σικελιανού πάνω σε πρότυπα λαϊκής τέχνης.
Η απήχηση των Πρώτων Δελφικών Εορτών ήταν μεγάλη. Γενικότερα έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από διανοούμενους και λάτρεις του ελληνικού πνεύματος. Υπήρξαν, βέβαια, και αρκετοί που αμφισβήτησαν το όλο εγχείρημα και τις προθέσεις του και κάποιοι που δεν πίστεψαν ότι θα μπορούσε να είναι εφικτή μια τέτοια προσπάθεια. Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το γεγονός ότι οι κριτικές που ασκήθηκαν ήταν είτε ενθουσιώδεις και διθυραμβικές, εξαίροντας το γεγονός, ως κάτι το εντυπωσιακό και εξαιρετικό, είτε εντελώς αρνητικές με αιχμηρά βέλη εναντίον της όλης ιδέας και οργάνωσης. Αυτό φανερώνει πώς δεν επρόκειτο για μια «χλιαρή διοργάνωση», αλλά για ένα γεγονός ιδιαίτερα έντονο, που είτε εντυπωσίασε θετικά προκαλώντας ρίγη συγκίνησης, είτε έκανε τόσο αρνητική εντύπωση, ώστε επικρίθηκε ιδιαίτερα καυστικά.
Στην αρχή του εγχειρήματος ο Άγγελος και η Εύα πραγματοποίησαν την Άνοιξη του 1924 την πρώτη συγκέντρωση πνευματικών ανθρώπων, για να τους ανακοινώσουν τα σχέδιά τους για τις δελφικές γιορτές. Είχαν καλέσει 100 περίπου ανθρώπους του πνεύματος, στους οποίους παρουσίασαν την ιδέα τους. Αρχικά, όλοι χάρηκαν για την επιλογή του τόπου. Η ανταπόκρισή τους, όμως, στην όλη ιδέα, όπως έγραψε η ίδια η Εύα, ήταν σαν να είχαμε μιλήσει σε ανδρείκελα. Από τότε κιόλας στην Αθήνα το Δελφικό σχέδιο ήταν για πολλούς ένας χλευασμός. Ωστόσο, οι ίδιοι συνέχισαν ακαταπόνητα τη δουλειά τους για τρία χρόνια.
Όταν οι γιορτές ορίζονται για το 1927 αρχίζει η διαφήμισή τους (φυλλάδια, προκηρύξεις, δημοσιεύσεις σε εφημερίδες κλπ). Ο Σικελιανός δημοσιεύει στο Ελεύθερον Βήμα δύο άρθρα (26 και 29/ 08/ 1926), για τα οποία γνωρίζει επιθέσεις αλλά και θετική αντιμετώπιση. Χαρακτηριστική είναι η θέση του Σ. Στεφάνου (14/04/1927), ο οποίος βλέπει σημαντικό θεατρικά το γεγονός, αλλά πιστεύει πως δεν ήταν δυνατό να γίνει τίποτε. Γράφονται πάρα πολλά σχόλια πριν τις γιορτές, θετικά και αρνητικά. Πολλοί είναι υποστηρικτές της ιδέας (π.χ. η Έλλη Λαμπρίδη, Ελεύθερος Τύπος, ο μουσικός Φ. Πετυρέκ, Βραδυνή κ.α.). Στην ουσία όμως ο Σικελιανός είναι μόνος του με αληθινό συμπαραστάτη την Εύα.
Τα προγνωστικά για τις γιορτές έκλειναν μέσα τους ένα φόβο για το εγχείρημα, είχαν όμως και μια συγκίνηση, που εξέπεμπε το ίδιο το ζεύγος με την ακαταπόνητη δραστηριότητά του. Η Βραδυνή (26/04/1927) γράφει πως λίγο πριν τις γιορτές ο ενθουσιασμός του κόσμου είχε φτάσει στο κατακόρυφο: Πρόκειται να γίνει γενικός συναγερμός και να μεταβεί εις τους Δελφούς ολόκληρος η καλλιτεχνική και κοσμική κοινωνία μας. Μεγάλη ήταν η φροντίδα του Σικελιανού και της Εύας για τους ξένους καλεσμένους, κορυφαίους εκπροσώπους του ευρωπαϊκού πνεύματος, γιατί αυτοί θα σκόρπιζαν το μήνυμά του στον κόσμο. Πολλά ήταν τα χρήματα που δαπανήθηκαν στη διάνοιξη των δρόμων στην περιοχής Ιτέας – Δελφών, για να φτάσουν ευκολότερα οι επισκέπτες. Η ίδια η Εύα ναύλωσε καράβια, έχτισε ξενοδοχεία στην περιοχή, για να μπορέσει να φιλοξενηθεί ο μεγάλος αριθμός των επισκεπτών. Είχαν φροντίσει να τους εξασφαλιστεί το κάθε τι, μέχρι και για τα σκυλιά της περιοχής είχαν κανονίσει, ερχόμενοι σε συνεννοήσεις με τους ιδιοκτήτες τους και με την αστυνομία, να είναι για τρεις μέρες δεμένα!
Οι γιορτές διήρκεσαν 2 μέρες (9/10 Μαΐου), συνεχίστηκαν, όμως, και την τρίτη ημέρα με λαϊκούς χορούς και εκθέσεις λαϊκής τέχνης. Η παράσταση του Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου σε μετάφραση του Ι. Γρυπάρη έγινε την πρώτη μέρα. Κάθε εφημερίδα είχε στείλει στους Δελφούς τους πιο «διαλεχτούς» της. Ο Ν. Λαΐδης (Εσπερινή 11/05/1927) αναφέρει στοιχεία χρήσιμα, για να συλλάβουμε την ατμόσφαιρα και την αίσθηση του κοινού: Ο ενθουσιασμός δεν ορίζεται…Να υπήρξαν κριτικοί, να υπήρξαν θεατές που να μην έλαβαν μέρος στην παράσταση με όλη τους τη συγκίνηση, με όλη τους την ειλικρίνεια; Που να μην τους άρπαξε η δίνη του ενθουσιασμού.. Ό,τι έγινε δεν είχε ξαναγίνει ούτε μπορεί να ξαναγίνει…
Αντίθετα η Καθημερινή (10/05/1927) γράφει: Ο αριθμός των επισκεπτών είναι περιορισμένος, μη υπερβαίνων τα 1000 άτομα. Εντύπωσιν προκαλεί η εκ των εορτών απουσία του αθηναϊκού κόσμου πλην ελαχίστων εξαιρέσεων… Γενικώς η οργάνωσις υπήρξε καλή. Ελήφθη πρόνοια περί όλων, αλλά δυστυχώς οι εορτασταί είναι ελάχιστοι και αι προμήθειαι των τροφίμων θα μείνουν αχρησιμοποίητοι, προοριζόμενοι να χρησιμεύσουν ως βορά των όρνεων…Πιο κάτω γράφει: Οι στίχοι της αρχαίας τραγωδίας αντηχούντες εν μέσω της γαλήνης του όρους επροκάλουν συγκίνησιν. Το σχόλιο ήταν σαν να είχε παιχτεί το έργο στην αρχαία και όχι στη μετάφραση του Γρυπάρη! Υπονοούσε, δηλαδή, ότι η μετάφραση δεν ήταν κατανοητή.
Η κριτική για τους ηθοποιούς δεν ήταν ιδιαίτερα θετική από πολλούς κριτικούς. Θεωρήθηκαν άπειροι: Τους έσωσαν οι Φαιδριάδες, οι αντηχήσεις τους και η καλή θέληση του κόσμου, που μαγεύτηκε από το τοπίο. Ο Σικελιανός, εκτός κάποιων εξαιρέσεων (Ορέστης Κοντογιάννης, Ηλίας Δεστούνης), δεν χρησιμοποίησε στην παράσταση επαγγελματίες ηθοποιούς, καθώς ήθελε να αναδειχτεί ο ρόλος και όχι η προσωπικότητα του ηθοποιού. Στο ρόλο του Προμηθέα ήταν ο Γεώργιος Μπούρλος.
Το Χορό όμως οι περισσότεροι τον έκριναν θετικά. Στον αρχαιολόγο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αντώνη Κεραμόπουλο από τις δύο κορυφαίες άρεσε κυρίως η Κούλα Πράτσικα: …διά των ολίγων διαλογικών της μερών ήγγισε τας μυχιοτάτας χορδάς της ψυχής των θεατών. Η μεταλλική φωνή της εξήρχετο πλήρης αισθήματος και πάθους. Η άλλη κορυφαία, η Γιαγκάκη, τραγούδησε μόνο. Θετική ήταν και η κριτική του Άλκη Θρύλου (Νέα Εστία): Ο Προμηθεύς αναστήθηκε σαν δράμα μουσικό…Ο χορός ξαναπήρε τη θέση που κατά πάσαν πιθανότητα είχε άλλοτε: την πρώτη. Ο Γιάννης Μηλιάδης αναγνώρισε την όλη δουλειά της Εύας, αλλά δεν του άρεσε, όπως και σε πολλούς, η στυλιζαρισμένη στάση του χορού. Η Εύα είχε την έμπνευση οι κινήσεις του να μιμούνται τα ανάγλυφα του 6ου και αρχής του 5ου αιώνα, όπου το κεφάλι και τα πόδια ήταν profil και το στήθος en face. Όπως αναφέρει: η Εύα στρώθηκε στη δουλειά με όλη της την ψυχή και κατόρθωσε να παρουσιάσει έναν αυτόνομο χορό που να μην σέρνεται πίσω από τη μουσική, αλλά να φτερώνει το ρυθμό με την κίνηση…Γιατί όμως έπρεπε ο χορός να αρχαΐζει; Γιατί να παρουσιαστούν τόσο συχνά οι φόρμες εκείνες της αρχαϊκής εποχής με το στήθος μπρος και τα πόδια πλάγια;
Από την άλλη, ιδιαίτερα αρνητική ήταν η κριτική που ασκήθηκε από το Ριζοσπάστη, που θεώρησε τις δελφικές εορτές ως μια εκδήλωση της κεφαλαιοκρατίας: η σκοτεινότης και η μυστικοπάθεια του Σικελιανού, χαρακτηρίζει σήμερα όλες τις πνευματικές εκδηλώσεις της κυρίαρχης κεφαλαιοκρατίας. Οι δελφικές εορτές αποτελούν μια κατεξοχήν εκδήλωση επί πνευματικού επιπέδου της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας. Επίσης, ανέφερε ότι οι παρακμάζουσες τάξεις, όπως τώρα η αστική, αναπολούν με νοσταλγία το παρελθόν, και παρακάτω: οι σιβυλλικοί λόγοι του Σικελιανού αφήνουν να υπονοηθεί ότι οι δελφικές εορτές αποτελούν την απαρχή μιας κοινωνικής και κρατικής καπιταλιστικής αναγέννησης.
Αντιρρήσεις υπήρξαν όχι μόνο από την αριστερή πλευρά. Το νέο τότε περιοδικό Ελληνικά Γράμματα, με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Κωστή Μπαστιά, δηλώνει μέσα τα άρθρα του την αντίθεσή του με τους θαυμαστές των Εορτών. Ο Βασίλης Ρώτας, επίσης, στο άρθρο του με τίτλο: «Το περιεχόμενο των Δελφικών Εορτών. Μετά την παραζάλη. Το αντίκρισμα της πραγματικότητας» ανέφερε ότι ο Χορός και οι ηθοποιοί δεν δέθηκαν σαν σύνολο αλλά η δράση του καθενός ήταν ανεξάρτητη. Το σκηνικό ήταν ρομαντικό, σαν τους ψεύτικους βράχους που φτιάχνουν στα πάρκα, όπως και το προσωπείο, το ντύσιμο και η μελοδραματική απαγγελία του Προμηθέα. Η Γιαγκάκη τραγούδησε με λαρυγγισμούς αποκρουστικούς, η Πράτσικα, όμως, θεατρικά και συγκινητικά. Με σχετική αγένεια έγραψε επίσης πως μερικές κοπέλες του χορού ήταν χτυπητές στραβοπόδαρες. Επίσης, θεώρησε ότι τα προσωπεία δυσκόλευαν τους ηθοποιούς στην απαγγελία.
Ο Φώτος Πολίτης, παρόλο που ο ίδιος δεν είδε τις εορτές, στηριγμένος σε άρθρα ομότεχνών του είχε επικριτική διάθεση. Νιώθει κατηγορηματική απώθηση για την όρχηση, θεώρησε ότι Χορός και έργο δεν συνδέθηκαν (αντινομία το να χορεύουν οι κοπέλες, ενώ μιλούν για θλιβερά πράγματα). Τα προσωπεία τα θεώρησε μάσκες ακαδημαϊκής τέχνης, πλασμένες χωρίς σκέψη, ρυθμό & καλλιτεχνική ελευθερία.
Τη 2η μέρα ακολούθησαν αθλητικοί αγώνες. Όπως ανέφερε το πρόγραμμα, μετά τους αγώνες θα χόρευαν τον αρχαίο Πυρρίχιο με πανοπλίες σε μουσική του Κ. Ψάχου, ενώ το απόγευμα θα γίνονταν τα Σεπτήρια, χορευτική αναπαράσταση της μάχης του Απόλλωνα με τον Πύθωνα. Οι γιορτές θα έκλειναν με επανάληψη του εναρκτήριου ύμνου του Απόλλωνα και λαμπαδηδρομία στην Ιερά Οδό από τους αθλητές. Για τους αγώνες, ο Ροδάς ανέφερε: …υπέροχον το θέαμα του πολεμικού πυρρίχιου χορού. Ο Πέτρος Αξιώτης στο βιβλίο του «Θάσος», Θεσσαλονίκη 1953, έγραψε ότι ξαναγεννήθηκαν οι αρχαίες γιορτές.
Οι παραπάνω αναφορές, επομένως, μας δίνουν μια γεύση από το κλίμα και την αντιμετώπιση του εγχειρήματος αυτού του Σικελιανού και της Πάλμερ. Οι κριτικές του πνευματικού κόσμου και του τύπου της εποχής υπήρξαν, όπως είδαμε, διττές, θετικές και αρνητικές. Η ιδέα αυτή του Σικελιανού και της Εύας για τη διοργάνωση των Δελφικών Εορτών υπήρξε πραγματικά μεγαλόπνοη. Οι δυο τους πίστεψαν και δόθηκαν ολόψυχα σ’ αυτή, παρά τις δυσκολίες και τα αρνητικά σχόλια. Είναι ευτύχημα, πάντως, για μας σήμερα η διάσωση των πρώτων αυτών Δελφικών Εορτών μέσα από την κινηματογραφική ταινία των αδελφών Γαζιάδη της “Dag Film”. Ωστόσο, οι Δελφικές Εορτές δεν μπόρεσαν να συνεχιστούν, καθώς τα έξοδα ήταν τόσο μεγάλα που οδήγησαν στην οικονομική καταστροφή της οικογένειας Σικελιανού. Έτσι, οι δεύτερες Δελφικές Εορτές, που ακολούθησαν το 1930, στις οποίες θα αναφερθούμε σε επόμενο άρθρο, ήταν και οι τελευταίες.
Συνέχεια: Οι δεύτερες Δελφικές εορτές 1930
Ευφροσύνη Κωσταρά
Φιλόλογος – Θεατρολόγος
ΠΗΓΗ: http://www.theaterinfo.gr/
Σάββατο 7 Απριλίου 2012
Η ΔΕΛΦΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ
εισήγηση του Κώστα Τσιαμπάου
λέκτορας Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
(www.kostastsiambaos.blogspot.com)
στο συνέδριο "Παρίσι - Αθήνα 1919 - 1939. Το διπλό ταξίδι"
Μουσείο Μπενάκη, 20 Ιανουαρίου 2012

Το «Δελφικό Κέντρο», ήταν ένα όραμα του Σικελιανού για την δημιουργία μιας αυτόνομης κοινότητας στους Δελφούς. Ένα πνευματικό κέντρο το οποίο θα προωθούσε την επαφή των επιστημόνων, των καλλιτεχνών και των πνευματικών ανθρώπων όλων των χωρών. Ένα κέντρο το οποίο θα μπορούσε να κατασκευαστεί μόνο στους Δελφούς, εκεί «στον ιερό χώρο των Αρχαίων Αμφικτιονιών».
Αυτό το όραμα του Σικελιανού, το οποίο ανέλαβε να σχεδιάσει ο Δημήτρης Πικιώνης, δίνοντας του τελικά μια μορφή η οποία παρέπεμπε σε έναν αρχαϊκό ή παραδοσιακό οικισμό, μας μιλάει αφενός για τη σχέση μοντερνισμού και αρχαιότητας και ειδικότερα για το πώς η αρχαιότητα επαναφέρεται συνειδητά στο προσκήνιο την μοντέρνα εποχή. Όπως ανέφερε ο Boissy το 1927 για τις Δελφικές Εορτές:
Το γεγονός τούτο αποτελεί δια την Ελλάδαν μαρτυρία της αναγεννήσεως της ευγενεστέρας αισθητικής.
Έτσι θα μπορούσε το παρελθόν να επανέρθει στην μοντέρνα εποχή ως κάτι το ζωντανό, ως ένα διαχρονικό αισθητικό πρότυπο το οποίο θα εδραίωνε τη συνέχεια ανάμεσα στην παράδοση και την πρωτοπορία. Το «Δελφικό Κέντρο» ως μία πρότυπη κοινότητα του μεσοπολέμου η οποία βαδίζει προς το μέλλον κοιτάζοντας πάντα πίσω της εκφράζει ακριβώς αυτό το όραμα ενός ιδεατού (υπεργήινου) μέλλοντος το οποίο πηγάζει από ένα εξιδανικευμένο μυθικό παρελθόν.
Αυτό το όραμα του Σικελιανού έμεινε όμως στα χαρτιά. Στα πολλά σχετικά κείμενα που έγραψε με πάθος ο ίδιος ο ποιητής, αλλά και στα αρκετά σκίτσα που μας άφησε ο Δημήτρης Πικιώνης, σκίτσα που βρίσκονται πολύ κοντά μας, μέσα σε αυτό εδώ το μουσείο.
Το «Δελφικό Κέντρο», έχει μείνει πλέον στη συνείδησή μας ως μια ουτοπία του ελληνικού μεσοπολεμικού μοντερνισμού. Και ως μια τέτοια ουτοπία θα επιχειρήσω να το δω σήμερα.
ΤΟ ΟΡΑΜΑ
Γνωστοί από τις ανασκαφές της Γαλλικής Σχολής, οι Δελφοί παρουσιάζονται, με τα λόγια του Theophile Homolle, ως ένας τόπος μεγαλείου, μυστηρίου, αποκάλυψης του θείου, παρουσίας των θεών. Κι όλα αυτά σε ενεστώτα χρόνο. Όχι κάτι που ήταν κάποτε, κάτι που υπήρχε στο παρελθόν, αλλά κάτι που είναι, εδώ και τώρα. Η αρχαία πολιτεία μάλιστα αναδύεται μέσα από το έδαφος, αφού πρώτα «καταπιεί» το Καστρί, τον σύγχρονο οικισμό, που δεν φαίνεται να έχει τίποτα το ιερό και το μαγευτικό. Το σημαντικό άρα είναι αυτό που είναι κάτω από το έδαφος, έρχεται από το παρελθόν για να αναβιώσει στο σήμερα.
Κρυμμένοι στην ενδοχώρα, απομονωμένοι από τους γύρω οικισμούς, οι Δελφοί δεσπόζουν πάνω στο βουνό. Με τα λόγια του Σικελιανού:
Ο Παρνασσός πλαισιώνεται πνευματικά απ’ τα Ιμαλάια, και απ’ οποιαδήποτε κορφή του οι μυημένοι αντικρίζουνε ακέριο τον ορίζοντα της Γης.
Όπως τα Ιμαλάια λοιπόν, έτσι και ένα ελληνικό βουνό, ο Παρνασσός υποδέχεται μια πολιτεία ιερή. Αντίστοιχα με τη σύνδεση Παρνασσός-Ιμαλάια γίνεται και η σύνδεση Δελφοί–Δελχί, αναδεικνύοντας έτσι μια πνευματική συγγένεια βασισμένη πάνω σε μια υποτιθέμενη κοινή γλωσσική καταγωγή.
Όπως και να έχει το μεταφυσικό περιεχόμενο είναι αυτό που κυριαρχεί. Ήδη το 1921 ο Σικελιανός γράφει στον Νίκο Καζαντζάκη σχετικά με ένα «κοσμικό μοναστήρι» που σχεδιάζει να οργανώσει, επαναφέροντας την ουτοπία του Campanella στη μοντέρνα εποχή.
Λίγα χρόνια μετά, το 1924, ο Σικελιανός θα εμφανιστεί πάνω στους Δελφούς ντυμένος «με το παχύ ένδυμα αρτίου ψευδοπροφήτου», όπως θα γράψει ο Τάκης Παπατσώνης, για να μιλήσει για το Δελφικό όραμα, για την προσπάθειά του να «μυήσει τον κόσμο σε μία νέα χαώδη θρησκεία».
Ποιά είναι όμως εκείνα τα χαρακτηριστικά που μας κάνουν να μιλάμε για ουτοπία; Σε μια πρώτη προσέγγιση το Δελφικό Κέντρο, όπως κάθε παραδοσιακή ουτοπία έχει μια εμμονή στην οριοθέτηση, την περιχαράκωση, τη διάκριση ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Στον Thomas More είναι η μεγάλη τάφρος ανάμεσα στο νησί και την ενδοχώρα. Στο Δελφικό Κέντρο, το τοίχος και η πύλη που σχεδιάζει ο Πικιώνης σε διαφορετικές μορφές, εκφράζουν συμβολικά, άλλοτε εντονότερα και άλλοτε πιο διακριτικά, αυτό το όριο που εξασφαλίζει αυτονομία και αυτάρκεια.
Όπως κάθε σοβαρή ουτοπία, έτσι και το Δελφικό Κέντρο δεν μπορεί παρά να έχει και ένα ορισμένο πολιτικό υπόβαθρο. Ο Σικελιανός θα υιοθετήσει μια ξεκάθαρη ρητορική την οποία συναντάμε εκείνη την εποχή και αλλού στην Ευρώπη. Αντίθετος στον αστισμό και τον καπιταλισμό, θλιβερά φαινόμενα μιας σημιτικής ιδεολογίας όπως γράφει, θα κηρύξει τους Δελφούς ως κέντρο εναντίον του κάθε είδους υλισμού. Θα ευαγγελιστεί την Αρεία «ηθική και διανοητικότητα» απ’ όπου πηγάζουν αξίες όπως ο αλτρουισμός, η γενναιότητα, η αλληλεγγύη. Θα επιτεθεί στην «αχαμνή σημιτική του Μαρξ θεωρία» και θα προτιμήσει το ηγετικό προφίλ του Λένιν, αλλά και το αναρχικό πνεύμα του Κροπότκιν.
Ωστόσο το Δελφικό Κέντρο δεν θα ακολουθήσει ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό μοντέλο, ούτε θα προτείνει ένα νέο, καλύτερο πολιτικό σύστημα. Η αντίδραση στην αστική δημοκρατία και τον υλισμό δεν είναι μια ρήξη προς τα εμπρός, αλλά μία επαναφορά στη σιγουριά του πίσω, στην ολιγαρχία, την αριστοκρατία, ακόμα κι αν μιλάμε για την πνευματική αριστοκρατία των «εκλεκτών». Αυτή η στροφή η οποία υπαγορεύεται από τη νοσταλγία και εμφανίζεται ως πρωτοπορία, είναι κάτι που συναντάμε βέβαια συχνά σε ουτοπίες του μοντερνισμού. Σε αυτήν την περίπτωση το προσδοκώμενο δεν είναι αυτό που δεν έχει έρθει ακόμα, δεν είναι δηλαδή η αναζήτηση άλλων πιθανών εκβάσεων της πολιτικής και της ιστορίας όπως θα ήθελε ο Ernst Bloch, αλλά η αναπόληση αυτού που δεν υπάρχει πια. Όχι το pas encore, αλλά το αντίθετό του, το non plus.
Στον τομέα της οικονομίας και της παραγωγής το Δελφικό Κέντρο είναι εκείνη η περίπτωση όπου η μοντέρνα ουτοπία νοσταλγεί την προβιομηχανική κοινωνία. Βαδίζοντας πάνω σε μια λογική τύπου Morris ο Σικελιανός τονίζει την αξία της κοινοβιακής μη αλλοτριωμένης εργασίας και παρουσιάζει τα δικά του «νέα από το πουθενά». Θέτει ως προϋπόθεση της κατασκευής του ίδιου του Κέντρου την εθελοντική δουλειά των τοπικών μαστόρων, αλλά και «των αστέγων της Δελφικής περιοχής και των άλλων Ελλήνων, προσφύγων και μη». Έτσι «τα έξοδα για την ανέγερση αυτή των κτηρίων του συνοικισμού, της κοινότητας και του Δελφικού Κέντρου θα περιορίζονταν στο ελάχιστο, χάρη στην εθελοντική προσωπική εργασία χιλιάδων Ελλήνων».
Η Δελφική κοινότητα στο μυαλό του Σικελιανού θα μπορούσε επίσης να είναι αυτόνομη, να ζει από την εκμετάλλευση της δικής της γεωργικής και βιοτεχνικής παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που εντάσσεται και η τέχνη. Η τέχνη όχι ως έργα για το μουσείο, αλλά ως διακοσμημένα αντικείμενα μιας χρηστικής λειτουργίας. Η τέχνη ως καθημερινή πρακτική, σε ένα αυτοτελές σύνολο, έναν αυτόνομο και αυτάρκη οικισμό, έναν κόσμο σταθερό και πλήρη. Τόσο πλήρη ώστε και η ίδια η τέχνη να μοιάζει περιττή.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Όπως κι αν είχαν τα πράγματα όμως στο όραμα του Σικελιανού ή στα σχέδια του Πικιώνη, η πορεία από τη φαντασία στην πραγματικότητα δεν ήταν εύκολη. Από νωρίς είχε γίνει σε όλους σαφές ότι αυτή η κοινότητα, όσο τέλεια και αν λειτουργούσε, δεν θα μπορούσε να σταθεί στα δικά της πόδια χωρίς εξωτερική βοήθεια. Γι αυτό και ο Σικελιανός εναπόθετε τις περισσότερες ελπίδες του στον τουρισμό. Ο Σικελιανός εμφανίζονταν σίγουρος ότι οι Δελφοί μπορούν να γίνουν ένας προορισμός ιδιαίτερα σημαντικός. Πόσο σημαντικός; Στο μυαλό του Σικελιανού οι Δελφοί, έχοντας μια παγκόσμια εμβέλεια θα μπορέσουν άνετα να ξεπεράσουν σε επισκεψιμότητα το ταπεινό Salzburg. Οι ακτοπλοϊκές γραμμές θα συνέδεαν την Ιτέα με την κεντρική και βόρεια Ευρώπη και από τα δεκάδες υπερωκεάνια θα έφταναν εκατομμύρια τουρίστες. Το μέγεθος των Δελφών δεν μπορούσε να θεωρείται μειονέκτημα. Όπως σε κάθε ουτοπία, η μικρή κοινότητα είχε σημασία αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους της και εμβέλεια που ξεπερνούσε κατά πολύ τα γεωγραφικά της όρια.
Η προσδοκία των εσόδων που θα έφερνε ο τουρισμός ήταν και αυτή που ενθουσίαζε τον τύπο της εποχής. Θα δούνε οι ξένοι, γράφανε οι εφημερίδες, ότι δεν υπάρχουν μόνο οι Δελφοί και τα αρχαία αλλά και η Αράχοβα με το τσαρούχι, τη φλογέρα και το δημοτικό της τραγούδι. Κάπως έτσι είδε το θέμα και η πολιτεία που άρχισε να σκέφτεται ζεστά το ενδεχόμενο κατασκευής ενός μεγάλου ξενοδοχείου, ένα ενδεχόμενο που έμοιαζε να προχωράει κάποια στιγμή. Ο υπουργός συμφώνησε, ο οργανισμός τουρισμού το ενέκρινε, το οικόπεδο βρέθηκε και απαλλοτριώθηκε. Τότε όμως εμφανίστηκε ένα πρακτικό πρόβλημα. Το νερό της Κασταλίας πηγής δεν έφτανε για να καλύψει μεγάλες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις και η σκέψη για μεταφορά νερού απαιτούσε τεχνικά και οικονομικά μέσα τα οποία η πολιτεία δεν ήταν διατεθειμένη να δώσει. Ο τύπος δεν έκρυβε τις ανησυχίες του: λόγω της έλλειψης νερού, η Δελφική Ιδέα κινδύνευε να γίνει Ουτοπία.
Οι ανησυχίες επαληθεύτηκαν όταν η έλλειψη ενός τέτοιου ξενοδοχείου υποδοχής εμφανίστηκε με δραματικό τρόπο στις δεύτερες Δελφικές Εορτές. Τότε ήταν που κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, μια βροχή έφτασε για να προκαλέσει το χάος και να κάνει το όνειρο εφιάλτη. Οι δρόμοι έκλεισαν, ο χώρος γέμισε λάσπη, τα πρόχειρα καταλύματα έμπαζαν από παντού. Καλοντυμένοι κύριοι έβριζαν και κυρίες με σπασμένα τακούνια μετάνιωναν για τον ερχομό τους στους Δελφούς. Όπως έγραψαν και οι εφημερίδες οι επισκέπτες:
Μεταννούσαν δια των ερχομό των εις τους Δελφούς ως εάν να είχαν κάμη την μεγαλειτέραν τρέλλαν της ζωής τους!
Ο Βενιζέλος πάλι ασχολούνταν με πιο επείγοντα προβλήματα. Ο αντιακριδικός αγώνας του φαινόταν σημαντικότερος. Προκειμένου να εξοντωθούν οι ακρίδες προτιμότερο θα ήταν να σταματήσουν οι Δελφικές Εορτές. Η επίσημη πολιτεία έμοιαζε να έχει άλλες προτεραιότητες. Το Δελφικό Κέντρο φλέρταρε πλέον επικίνδυνα με την Ουτοπία.
Όσο η Ελλάδα φαινόταν απρόθυμη και δυσκίνητη στην πορεία υλοποίησης του Δελφικού Κέντρου, τόσο ο Σικελιανός προσπαθούσε να κάνει το όραμά του μια διεθνή υπόθεση. Το 1928, σε μία ελληνογαλλική συνάντηση στο Παρίσι, ο Σικελιανός προτείνει, μια συμβολική κίνηση. Τη μεταφορά του ιερού πυρός από τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη στο Παρίσι, στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Οι συνδαιτυμόνες, ανάμεσα στους οποίους προσωπικότητες όπως ο Gabriel Boissy, ο Mario Mennier κ.α. ενθουσιάζονται στην ιδέα. Αυτοί που αντιδρούν όμως είναι ιταλοί δημοσιογράφοι οι οποίοι την θεώρησαν μια «γαλλική πνευματική προπαγάνδα», ένα ελληνογαλλικό μέτωπο ενάντια στην πρόσφατη ελληνοϊταλική συμμαχία.
Πιθανά εκείνη την περίοδο που βρίσκεται στο Παρίσι, το 1928, ο Σικελιανός είναι που έχει και την ιδέα για μια διεθνή έκθεση μοντέρνας τέχνης στους Δελφούς με έργα των Picasso, Braque, Derain, Léger κ.α. καθώς και η πρόσκληση στον Le Corbusier να έρθει να την διοργανώσει. Παράλληλα ο Σικελιανός συνεχίζει τις επαφές του με τους Γάλλους διανοούμενους ελπίζοντας σε ένα ακόμα οργανωμένο ταξίδι στους Δελφούς, χωρίς όμως να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Από την άλλη, ούτε η Εύα Πάλμερ καταφέρνει να βρει οικονομική υποστήριξη για το Δελφικό Κέντρο στην Αμερική. Αν και απευθύνεται σε πολλούς – από παλιούς γνωστούς μέχρι και το ίδρυμα Rockefeller - όλοι ακούν με ενδιαφέρον το σχέδιο για το Δελφικό Κέντρο κανένας όμως δεν έχει τη διάθεση να το ενισχύσει οικονομικά. Η Ουτοπία έρχεται ένα βήμα πιο κοντά.
Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΙΣΤΟΡΙΑ
Στην εποχή του Μεσοπολέμου, το Δελφικό Κέντρο αποτέλεσε μία μοναδική περίπτωση για την Ελλάδα, ένα φιλόδοξο όραμα χωρίς προηγούμενο. Η Δελφική Ουτοπία εμφανίστηκε ως μία πρόταση για ένα νέο, μοντέρνο, πνευματικό κέντρο το οποίο θα αναβίωνε τις αισθητικές αρχές και αξίες του παρελθόντος.
Η Ελλάδα του 1920 και του 1930 όμως, δεν έβλεπε την αναβίωση της αρχαιότητας με την ιδιαίτερη ματιά του Σικελιανού ή του Πικιώνη, αλλά μόνο ως ευκαιρία οικονομικής ανάπτυξης μιας μικρής αποδυναμωμένης περιοχής μέσω του τουρισμού. Οι περισσότεροι πολιτικοί μπορεί να έμοιαζαν ενθουσιασμένοι με το Δελφικό όραμα, αλλά πίσω από αυτό έβλεπαν μάλλον τα χρήματα που θα εισέρχονταν στα ταμεία ή τους ψήφους από την τοπική κοινωνία. Μια κοινωνία η οποία σαν όραμα για το δικό της μέλλον πιθανά δεν είχε τις εικόνες με τις χλαμύδες και τα δόρατα των δελφικών εορτών, αλλά τις διαφημίσεις από τις ηλεκτρικές κουζίνες και τα ψυγεία που έβρισκε λίγο πιο δίπλα, στις ίδιες σελίδες των εφημερίδων της εποχής.
Εκεί ακριβώς είναι που εισάγεται στην όλη ιστορία μία αντίφαση. Ποιά; Μα ακριβώς το γεγονός ότι για να λειτουργήσει ο «αρχαϊκός κόσμος» του Δελφικού Κέντρου θα έπρεπε να υποστηριχθεί από πλήθος μοντέρνα έργα, δίκτυα και κατασκευές. Δρόμους, αυτοκίνητα, καράβια, λιμάνια, επικοινωνίες. Αυτό που θα επέτρεπε στο παρελθόν να αναβιώσει θα ήταν με άλλα λόγια η μοντέρνα εποχή. Για να υλοποιηθεί η Δελφική Ουτοπία και να γίνει πραγματικότητα, το Δελφικό Κέντρο θα έπρεπε να πάψει να είναι ουτοπία και να γίνει ιστορία.
Αν όμως υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να γίνει η ουτοπία αυτό είναι ιστορία. Τουλάχιστον η μοντέρνα ουτοπία η οποία εμφανίζεται ως κατεξοχήν αντι-ιστορική, ως ένας κόσμος ο οποίος είναι έξω από την ιστορία. Έτσι και το Δελφικό Κέντρο, ως μοντέρνα ουτοπία, αναφέρεται σε μια ονειρική συνθήκη, σε μία ιδανική εποχή όπου στην πολιτική δεν υπάρχει η σύγκρουση και στην κοινωνία δεν υπάρχει ο μόχθος. Σε μια εποχή δηλαδή όπου, θα έχει πλέον επέλθει το τέλος της ιστορίας.
Στην αρχετυπική ουτοπία του More, ο Ούτοπος ιδρύει και φτιάχνει μια πολιτεία εκ του μηδενός, χωρίς καμιά αναφορά σε καταγωγή, προγόνους και παρελθόν. Στην περίπτωση του Δελφικού Κέντρου έχουμε το ακριβώς αντίθετο. Μια ουτοπία η οποία φτιάχνεται ακριβώς πάνω σε αυτό που ήδη υπάρχει ή μάλλον από αυτό που ήδη υπάρχει, από αποσπάσματα και μέρη του πραγματικού και συμβολικού του σώματος. Μήπως λοιπόν, θα έπρεπε να είμαστε πιο προσεκτικοί όταν χαρακτηρίζουμε το Δελφικό Κέντρο ως Ουτοπία; Ίσως. Η αλήθεια είναι ότι αυτήν τη λέξη ο Σικελιανός και ο Πικιώνης δεν την χρησιμοποίησαν ποτέ.
ΠΗΓΗ: http://www.zofokida.gr/
λέκτορας Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο
(www.kostastsiambaos.blogspot.com)
στο συνέδριο "Παρίσι - Αθήνα 1919 - 1939. Το διπλό ταξίδι"
Μουσείο Μπενάκη, 20 Ιανουαρίου 2012

Το «Δελφικό Κέντρο», ήταν ένα όραμα του Σικελιανού για την δημιουργία μιας αυτόνομης κοινότητας στους Δελφούς. Ένα πνευματικό κέντρο το οποίο θα προωθούσε την επαφή των επιστημόνων, των καλλιτεχνών και των πνευματικών ανθρώπων όλων των χωρών. Ένα κέντρο το οποίο θα μπορούσε να κατασκευαστεί μόνο στους Δελφούς, εκεί «στον ιερό χώρο των Αρχαίων Αμφικτιονιών».
Αυτό το όραμα του Σικελιανού, το οποίο ανέλαβε να σχεδιάσει ο Δημήτρης Πικιώνης, δίνοντας του τελικά μια μορφή η οποία παρέπεμπε σε έναν αρχαϊκό ή παραδοσιακό οικισμό, μας μιλάει αφενός για τη σχέση μοντερνισμού και αρχαιότητας και ειδικότερα για το πώς η αρχαιότητα επαναφέρεται συνειδητά στο προσκήνιο την μοντέρνα εποχή. Όπως ανέφερε ο Boissy το 1927 για τις Δελφικές Εορτές:
Το γεγονός τούτο αποτελεί δια την Ελλάδαν μαρτυρία της αναγεννήσεως της ευγενεστέρας αισθητικής.
Έτσι θα μπορούσε το παρελθόν να επανέρθει στην μοντέρνα εποχή ως κάτι το ζωντανό, ως ένα διαχρονικό αισθητικό πρότυπο το οποίο θα εδραίωνε τη συνέχεια ανάμεσα στην παράδοση και την πρωτοπορία. Το «Δελφικό Κέντρο» ως μία πρότυπη κοινότητα του μεσοπολέμου η οποία βαδίζει προς το μέλλον κοιτάζοντας πάντα πίσω της εκφράζει ακριβώς αυτό το όραμα ενός ιδεατού (υπεργήινου) μέλλοντος το οποίο πηγάζει από ένα εξιδανικευμένο μυθικό παρελθόν.
Αυτό το όραμα του Σικελιανού έμεινε όμως στα χαρτιά. Στα πολλά σχετικά κείμενα που έγραψε με πάθος ο ίδιος ο ποιητής, αλλά και στα αρκετά σκίτσα που μας άφησε ο Δημήτρης Πικιώνης, σκίτσα που βρίσκονται πολύ κοντά μας, μέσα σε αυτό εδώ το μουσείο.
Το «Δελφικό Κέντρο», έχει μείνει πλέον στη συνείδησή μας ως μια ουτοπία του ελληνικού μεσοπολεμικού μοντερνισμού. Και ως μια τέτοια ουτοπία θα επιχειρήσω να το δω σήμερα.
ΤΟ ΟΡΑΜΑ
Γνωστοί από τις ανασκαφές της Γαλλικής Σχολής, οι Δελφοί παρουσιάζονται, με τα λόγια του Theophile Homolle, ως ένας τόπος μεγαλείου, μυστηρίου, αποκάλυψης του θείου, παρουσίας των θεών. Κι όλα αυτά σε ενεστώτα χρόνο. Όχι κάτι που ήταν κάποτε, κάτι που υπήρχε στο παρελθόν, αλλά κάτι που είναι, εδώ και τώρα. Η αρχαία πολιτεία μάλιστα αναδύεται μέσα από το έδαφος, αφού πρώτα «καταπιεί» το Καστρί, τον σύγχρονο οικισμό, που δεν φαίνεται να έχει τίποτα το ιερό και το μαγευτικό. Το σημαντικό άρα είναι αυτό που είναι κάτω από το έδαφος, έρχεται από το παρελθόν για να αναβιώσει στο σήμερα.
Κρυμμένοι στην ενδοχώρα, απομονωμένοι από τους γύρω οικισμούς, οι Δελφοί δεσπόζουν πάνω στο βουνό. Με τα λόγια του Σικελιανού:
Ο Παρνασσός πλαισιώνεται πνευματικά απ’ τα Ιμαλάια, και απ’ οποιαδήποτε κορφή του οι μυημένοι αντικρίζουνε ακέριο τον ορίζοντα της Γης.
Όπως τα Ιμαλάια λοιπόν, έτσι και ένα ελληνικό βουνό, ο Παρνασσός υποδέχεται μια πολιτεία ιερή. Αντίστοιχα με τη σύνδεση Παρνασσός-Ιμαλάια γίνεται και η σύνδεση Δελφοί–Δελχί, αναδεικνύοντας έτσι μια πνευματική συγγένεια βασισμένη πάνω σε μια υποτιθέμενη κοινή γλωσσική καταγωγή.
Όπως και να έχει το μεταφυσικό περιεχόμενο είναι αυτό που κυριαρχεί. Ήδη το 1921 ο Σικελιανός γράφει στον Νίκο Καζαντζάκη σχετικά με ένα «κοσμικό μοναστήρι» που σχεδιάζει να οργανώσει, επαναφέροντας την ουτοπία του Campanella στη μοντέρνα εποχή.
Λίγα χρόνια μετά, το 1924, ο Σικελιανός θα εμφανιστεί πάνω στους Δελφούς ντυμένος «με το παχύ ένδυμα αρτίου ψευδοπροφήτου», όπως θα γράψει ο Τάκης Παπατσώνης, για να μιλήσει για το Δελφικό όραμα, για την προσπάθειά του να «μυήσει τον κόσμο σε μία νέα χαώδη θρησκεία».
Ποιά είναι όμως εκείνα τα χαρακτηριστικά που μας κάνουν να μιλάμε για ουτοπία; Σε μια πρώτη προσέγγιση το Δελφικό Κέντρο, όπως κάθε παραδοσιακή ουτοπία έχει μια εμμονή στην οριοθέτηση, την περιχαράκωση, τη διάκριση ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Στον Thomas More είναι η μεγάλη τάφρος ανάμεσα στο νησί και την ενδοχώρα. Στο Δελφικό Κέντρο, το τοίχος και η πύλη που σχεδιάζει ο Πικιώνης σε διαφορετικές μορφές, εκφράζουν συμβολικά, άλλοτε εντονότερα και άλλοτε πιο διακριτικά, αυτό το όριο που εξασφαλίζει αυτονομία και αυτάρκεια.
Όπως κάθε σοβαρή ουτοπία, έτσι και το Δελφικό Κέντρο δεν μπορεί παρά να έχει και ένα ορισμένο πολιτικό υπόβαθρο. Ο Σικελιανός θα υιοθετήσει μια ξεκάθαρη ρητορική την οποία συναντάμε εκείνη την εποχή και αλλού στην Ευρώπη. Αντίθετος στον αστισμό και τον καπιταλισμό, θλιβερά φαινόμενα μιας σημιτικής ιδεολογίας όπως γράφει, θα κηρύξει τους Δελφούς ως κέντρο εναντίον του κάθε είδους υλισμού. Θα ευαγγελιστεί την Αρεία «ηθική και διανοητικότητα» απ’ όπου πηγάζουν αξίες όπως ο αλτρουισμός, η γενναιότητα, η αλληλεγγύη. Θα επιτεθεί στην «αχαμνή σημιτική του Μαρξ θεωρία» και θα προτιμήσει το ηγετικό προφίλ του Λένιν, αλλά και το αναρχικό πνεύμα του Κροπότκιν.
Ωστόσο το Δελφικό Κέντρο δεν θα ακολουθήσει ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό μοντέλο, ούτε θα προτείνει ένα νέο, καλύτερο πολιτικό σύστημα. Η αντίδραση στην αστική δημοκρατία και τον υλισμό δεν είναι μια ρήξη προς τα εμπρός, αλλά μία επαναφορά στη σιγουριά του πίσω, στην ολιγαρχία, την αριστοκρατία, ακόμα κι αν μιλάμε για την πνευματική αριστοκρατία των «εκλεκτών». Αυτή η στροφή η οποία υπαγορεύεται από τη νοσταλγία και εμφανίζεται ως πρωτοπορία, είναι κάτι που συναντάμε βέβαια συχνά σε ουτοπίες του μοντερνισμού. Σε αυτήν την περίπτωση το προσδοκώμενο δεν είναι αυτό που δεν έχει έρθει ακόμα, δεν είναι δηλαδή η αναζήτηση άλλων πιθανών εκβάσεων της πολιτικής και της ιστορίας όπως θα ήθελε ο Ernst Bloch, αλλά η αναπόληση αυτού που δεν υπάρχει πια. Όχι το pas encore, αλλά το αντίθετό του, το non plus.
Στον τομέα της οικονομίας και της παραγωγής το Δελφικό Κέντρο είναι εκείνη η περίπτωση όπου η μοντέρνα ουτοπία νοσταλγεί την προβιομηχανική κοινωνία. Βαδίζοντας πάνω σε μια λογική τύπου Morris ο Σικελιανός τονίζει την αξία της κοινοβιακής μη αλλοτριωμένης εργασίας και παρουσιάζει τα δικά του «νέα από το πουθενά». Θέτει ως προϋπόθεση της κατασκευής του ίδιου του Κέντρου την εθελοντική δουλειά των τοπικών μαστόρων, αλλά και «των αστέγων της Δελφικής περιοχής και των άλλων Ελλήνων, προσφύγων και μη». Έτσι «τα έξοδα για την ανέγερση αυτή των κτηρίων του συνοικισμού, της κοινότητας και του Δελφικού Κέντρου θα περιορίζονταν στο ελάχιστο, χάρη στην εθελοντική προσωπική εργασία χιλιάδων Ελλήνων».
Η Δελφική κοινότητα στο μυαλό του Σικελιανού θα μπορούσε επίσης να είναι αυτόνομη, να ζει από την εκμετάλλευση της δικής της γεωργικής και βιοτεχνικής παραγωγής. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που εντάσσεται και η τέχνη. Η τέχνη όχι ως έργα για το μουσείο, αλλά ως διακοσμημένα αντικείμενα μιας χρηστικής λειτουργίας. Η τέχνη ως καθημερινή πρακτική, σε ένα αυτοτελές σύνολο, έναν αυτόνομο και αυτάρκη οικισμό, έναν κόσμο σταθερό και πλήρη. Τόσο πλήρη ώστε και η ίδια η τέχνη να μοιάζει περιττή.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Όπως κι αν είχαν τα πράγματα όμως στο όραμα του Σικελιανού ή στα σχέδια του Πικιώνη, η πορεία από τη φαντασία στην πραγματικότητα δεν ήταν εύκολη. Από νωρίς είχε γίνει σε όλους σαφές ότι αυτή η κοινότητα, όσο τέλεια και αν λειτουργούσε, δεν θα μπορούσε να σταθεί στα δικά της πόδια χωρίς εξωτερική βοήθεια. Γι αυτό και ο Σικελιανός εναπόθετε τις περισσότερες ελπίδες του στον τουρισμό. Ο Σικελιανός εμφανίζονταν σίγουρος ότι οι Δελφοί μπορούν να γίνουν ένας προορισμός ιδιαίτερα σημαντικός. Πόσο σημαντικός; Στο μυαλό του Σικελιανού οι Δελφοί, έχοντας μια παγκόσμια εμβέλεια θα μπορέσουν άνετα να ξεπεράσουν σε επισκεψιμότητα το ταπεινό Salzburg. Οι ακτοπλοϊκές γραμμές θα συνέδεαν την Ιτέα με την κεντρική και βόρεια Ευρώπη και από τα δεκάδες υπερωκεάνια θα έφταναν εκατομμύρια τουρίστες. Το μέγεθος των Δελφών δεν μπορούσε να θεωρείται μειονέκτημα. Όπως σε κάθε ουτοπία, η μικρή κοινότητα είχε σημασία αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους της και εμβέλεια που ξεπερνούσε κατά πολύ τα γεωγραφικά της όρια.
Η προσδοκία των εσόδων που θα έφερνε ο τουρισμός ήταν και αυτή που ενθουσίαζε τον τύπο της εποχής. Θα δούνε οι ξένοι, γράφανε οι εφημερίδες, ότι δεν υπάρχουν μόνο οι Δελφοί και τα αρχαία αλλά και η Αράχοβα με το τσαρούχι, τη φλογέρα και το δημοτικό της τραγούδι. Κάπως έτσι είδε το θέμα και η πολιτεία που άρχισε να σκέφτεται ζεστά το ενδεχόμενο κατασκευής ενός μεγάλου ξενοδοχείου, ένα ενδεχόμενο που έμοιαζε να προχωράει κάποια στιγμή. Ο υπουργός συμφώνησε, ο οργανισμός τουρισμού το ενέκρινε, το οικόπεδο βρέθηκε και απαλλοτριώθηκε. Τότε όμως εμφανίστηκε ένα πρακτικό πρόβλημα. Το νερό της Κασταλίας πηγής δεν έφτανε για να καλύψει μεγάλες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις και η σκέψη για μεταφορά νερού απαιτούσε τεχνικά και οικονομικά μέσα τα οποία η πολιτεία δεν ήταν διατεθειμένη να δώσει. Ο τύπος δεν έκρυβε τις ανησυχίες του: λόγω της έλλειψης νερού, η Δελφική Ιδέα κινδύνευε να γίνει Ουτοπία.
Οι ανησυχίες επαληθεύτηκαν όταν η έλλειψη ενός τέτοιου ξενοδοχείου υποδοχής εμφανίστηκε με δραματικό τρόπο στις δεύτερες Δελφικές Εορτές. Τότε ήταν που κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, μια βροχή έφτασε για να προκαλέσει το χάος και να κάνει το όνειρο εφιάλτη. Οι δρόμοι έκλεισαν, ο χώρος γέμισε λάσπη, τα πρόχειρα καταλύματα έμπαζαν από παντού. Καλοντυμένοι κύριοι έβριζαν και κυρίες με σπασμένα τακούνια μετάνιωναν για τον ερχομό τους στους Δελφούς. Όπως έγραψαν και οι εφημερίδες οι επισκέπτες:
Μεταννούσαν δια των ερχομό των εις τους Δελφούς ως εάν να είχαν κάμη την μεγαλειτέραν τρέλλαν της ζωής τους!
Ο Βενιζέλος πάλι ασχολούνταν με πιο επείγοντα προβλήματα. Ο αντιακριδικός αγώνας του φαινόταν σημαντικότερος. Προκειμένου να εξοντωθούν οι ακρίδες προτιμότερο θα ήταν να σταματήσουν οι Δελφικές Εορτές. Η επίσημη πολιτεία έμοιαζε να έχει άλλες προτεραιότητες. Το Δελφικό Κέντρο φλέρταρε πλέον επικίνδυνα με την Ουτοπία.
Όσο η Ελλάδα φαινόταν απρόθυμη και δυσκίνητη στην πορεία υλοποίησης του Δελφικού Κέντρου, τόσο ο Σικελιανός προσπαθούσε να κάνει το όραμά του μια διεθνή υπόθεση. Το 1928, σε μία ελληνογαλλική συνάντηση στο Παρίσι, ο Σικελιανός προτείνει, μια συμβολική κίνηση. Τη μεταφορά του ιερού πυρός από τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη στο Παρίσι, στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Οι συνδαιτυμόνες, ανάμεσα στους οποίους προσωπικότητες όπως ο Gabriel Boissy, ο Mario Mennier κ.α. ενθουσιάζονται στην ιδέα. Αυτοί που αντιδρούν όμως είναι ιταλοί δημοσιογράφοι οι οποίοι την θεώρησαν μια «γαλλική πνευματική προπαγάνδα», ένα ελληνογαλλικό μέτωπο ενάντια στην πρόσφατη ελληνοϊταλική συμμαχία.
Πιθανά εκείνη την περίοδο που βρίσκεται στο Παρίσι, το 1928, ο Σικελιανός είναι που έχει και την ιδέα για μια διεθνή έκθεση μοντέρνας τέχνης στους Δελφούς με έργα των Picasso, Braque, Derain, Léger κ.α. καθώς και η πρόσκληση στον Le Corbusier να έρθει να την διοργανώσει. Παράλληλα ο Σικελιανός συνεχίζει τις επαφές του με τους Γάλλους διανοούμενους ελπίζοντας σε ένα ακόμα οργανωμένο ταξίδι στους Δελφούς, χωρίς όμως να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Από την άλλη, ούτε η Εύα Πάλμερ καταφέρνει να βρει οικονομική υποστήριξη για το Δελφικό Κέντρο στην Αμερική. Αν και απευθύνεται σε πολλούς – από παλιούς γνωστούς μέχρι και το ίδρυμα Rockefeller - όλοι ακούν με ενδιαφέρον το σχέδιο για το Δελφικό Κέντρο κανένας όμως δεν έχει τη διάθεση να το ενισχύσει οικονομικά. Η Ουτοπία έρχεται ένα βήμα πιο κοντά.
Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΙΣΤΟΡΙΑ
Στην εποχή του Μεσοπολέμου, το Δελφικό Κέντρο αποτέλεσε μία μοναδική περίπτωση για την Ελλάδα, ένα φιλόδοξο όραμα χωρίς προηγούμενο. Η Δελφική Ουτοπία εμφανίστηκε ως μία πρόταση για ένα νέο, μοντέρνο, πνευματικό κέντρο το οποίο θα αναβίωνε τις αισθητικές αρχές και αξίες του παρελθόντος.
Η Ελλάδα του 1920 και του 1930 όμως, δεν έβλεπε την αναβίωση της αρχαιότητας με την ιδιαίτερη ματιά του Σικελιανού ή του Πικιώνη, αλλά μόνο ως ευκαιρία οικονομικής ανάπτυξης μιας μικρής αποδυναμωμένης περιοχής μέσω του τουρισμού. Οι περισσότεροι πολιτικοί μπορεί να έμοιαζαν ενθουσιασμένοι με το Δελφικό όραμα, αλλά πίσω από αυτό έβλεπαν μάλλον τα χρήματα που θα εισέρχονταν στα ταμεία ή τους ψήφους από την τοπική κοινωνία. Μια κοινωνία η οποία σαν όραμα για το δικό της μέλλον πιθανά δεν είχε τις εικόνες με τις χλαμύδες και τα δόρατα των δελφικών εορτών, αλλά τις διαφημίσεις από τις ηλεκτρικές κουζίνες και τα ψυγεία που έβρισκε λίγο πιο δίπλα, στις ίδιες σελίδες των εφημερίδων της εποχής.
Εκεί ακριβώς είναι που εισάγεται στην όλη ιστορία μία αντίφαση. Ποιά; Μα ακριβώς το γεγονός ότι για να λειτουργήσει ο «αρχαϊκός κόσμος» του Δελφικού Κέντρου θα έπρεπε να υποστηριχθεί από πλήθος μοντέρνα έργα, δίκτυα και κατασκευές. Δρόμους, αυτοκίνητα, καράβια, λιμάνια, επικοινωνίες. Αυτό που θα επέτρεπε στο παρελθόν να αναβιώσει θα ήταν με άλλα λόγια η μοντέρνα εποχή. Για να υλοποιηθεί η Δελφική Ουτοπία και να γίνει πραγματικότητα, το Δελφικό Κέντρο θα έπρεπε να πάψει να είναι ουτοπία και να γίνει ιστορία.
Αν όμως υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να γίνει η ουτοπία αυτό είναι ιστορία. Τουλάχιστον η μοντέρνα ουτοπία η οποία εμφανίζεται ως κατεξοχήν αντι-ιστορική, ως ένας κόσμος ο οποίος είναι έξω από την ιστορία. Έτσι και το Δελφικό Κέντρο, ως μοντέρνα ουτοπία, αναφέρεται σε μια ονειρική συνθήκη, σε μία ιδανική εποχή όπου στην πολιτική δεν υπάρχει η σύγκρουση και στην κοινωνία δεν υπάρχει ο μόχθος. Σε μια εποχή δηλαδή όπου, θα έχει πλέον επέλθει το τέλος της ιστορίας.
Στην αρχετυπική ουτοπία του More, ο Ούτοπος ιδρύει και φτιάχνει μια πολιτεία εκ του μηδενός, χωρίς καμιά αναφορά σε καταγωγή, προγόνους και παρελθόν. Στην περίπτωση του Δελφικού Κέντρου έχουμε το ακριβώς αντίθετο. Μια ουτοπία η οποία φτιάχνεται ακριβώς πάνω σε αυτό που ήδη υπάρχει ή μάλλον από αυτό που ήδη υπάρχει, από αποσπάσματα και μέρη του πραγματικού και συμβολικού του σώματος. Μήπως λοιπόν, θα έπρεπε να είμαστε πιο προσεκτικοί όταν χαρακτηρίζουμε το Δελφικό Κέντρο ως Ουτοπία; Ίσως. Η αλήθεια είναι ότι αυτήν τη λέξη ο Σικελιανός και ο Πικιώνης δεν την χρησιμοποίησαν ποτέ.
ΠΗΓΗ: http://www.zofokida.gr/
Τρίτη 12 Ιουλίου 2011
ΚΛΕΙΣΤΟ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΔΕΛΦΙΚΩΝ ΕΟΡΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ
Στο Roadhouse Blues Club της Ιτέας διοργανώθηκε εικαστική βραδυά αφιερωμένη στον Άγγελο Σικελιανό με απαγγελίες από τον ηθοποιό Κωνσταντίνο Κακανά. Με αφορμή τα εβδομήντα τόσα χρόνια μετά τις πρώτες Δελφικές Γιορτές ήρθε και πάλι στο προσκήνιο ο Άγγελος Σικελιανός, ένας απ’ τους μεγαλύτερους ποιητές και στοχαστές του 20ού αιώνα, όχι μόνο της Ελλάδος αλλά και της Ευρώπης ολόκληρης. Έγραψε λυρική ποίηση και θέατρο, καλλιέργησε τον πεζό λόγο και κατάφερε, όσο κανείς οι τολμηρές συλλήψεις του να ολοκληρώνονται με ορμητικότητα μοναδικών εικόνων. Σ’ όλη τη ζωή του δούλεψε εξαντλητικά για τη γλώσσα και τον μύθο. Διαμόρφωσε ένα ανεξάντλητο λεξιλόγιο, ανέπτυξε μια τεράστια θεματολογία, που διακρίνοταν από μιαν εκρηκτική εκφραστικότητα η οποία βασιζόταν σε απροσδόκητες μεταφορές. Θαυμάστηκε ως «μεγαλόστομος». Γνώστης και μύστης της μυθικής παράδοσης των Ελλήνων, κατάφερε να περάσει αυτά τα στοιχεία στο έργο του, δίνοντας, έτσι, διαφορετικές διαστάσεις στην ποίηση και τη δραματουργία, κυρίως προς όφελος του τουρισμού.
Ταυτόχρονα, συνέλαβε τη Δελφική Ιδέα, που αποσκοπούσε στη συναδέλφωση όλης της ανθρωπότητας μέσα απ’ τον ποιητικό λόγο και το αρχαίο ελληνικό πνεύμα, στον ομφαλό της Γης, τους Δελφούς. Οπαδός της και ένθερμος υποστηρικτής είναι ο πρώην δήμαρχος Δελφών Παναγιώτης Καλτσής.
Στον Σικελιανό, άλλωστε, οφείλεται – στον μεγαλύτερο βαθμό – και η αναβίωση του αρχαίου ελληνικού δράματος με τη διοργάνωση των Δελφικών Εορτών (1927 και 1930). Συμπαραστάτριά του η πρώτη σύζυγός του Eύα Πάλμερ. Κατέβαλαν και οι δύο υπεράνθρωπες προσπάθειες για την προβολή της Ελλάδας και του πολιτισμού της σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Αργότερα, το σπίτι τους στους Δελφούς μετετράπη σε Μουσείο.
Όλα αυτά καλά.
Στην συνέχεια όμως και μετά από μια περίοδο υψηλής επισκεψιμότητας και διοργανώσεων διαφόρων events ακόμη και διεθνούς χαρακτήρα, το Μουσείο έκλεισε…
Για ποιο λόγο, άγνωστο.
Μιλάμε για το Μουσείο Δελφικών Εορτών που βρίσκεται στα δυτικά των Δελφών και κατασκευάστηκε στην περίοδο των πρώτων Δελφικών Εορτών (1927) που οργάνωσε το ζεύγος Σικελιανού και σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες κτίστηκε από ντόπιους μαστόρους υπό την επίβλεψη της Εύας Σικελιανού.
Βρίσκεται σε εξαιρετικά πανοραμική θέση, δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο και με θέα τον Παρνασσό, την πόλη των Δελφών και την κοιλάδα της Άμφισσας. Το σπίτι της οικογένειας Σικελιανού, ιδιοκτησία του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, είχε μετατραπεί σε Μουσείο Δελφικών Εορτών. Το μουσείο ήταν ανοικτό καθημερινά για το κοινό και περιλαμβάνει υλικό από τις Δελφικές εορτές που οργάνωσε το ζεύγος Σικελιανού (1927 και 1930), κοστούμια από παραστάσεις αρχαίου δράματος από το θέατρο Δελφών καθώς και προσωπικά αντικείμενα του ζευγαριού.
Τα εκθέματά του περιλαμβάνουν φωτογραφικό και έντυπο υλικό από τις Δελφικές Εορτές, κοστούμια από τις παραστάσεις αρχαίου δράματος στο αρχαίο θέατρο των Δελφών, τον περίφημο αργαλειό της Εύας Σικελιανού, χειρόγραφα κείμενα του ποιητή και άλλα αντικείμενα.
Ενώ είχε δημιουργηθεί η υποδομή σε όλα τα επίπεδα για την υποδοχή των τουριστών, το Μουσείο έχει κλείσει. Είναι ακατανόητο διότι υπήρχε συμβολικό εισιτήριο – αν θυμόμαστε καλά – και η επισκεψιμότητά του ήταν μεγάλη παρόλο που ποτέ δεν διαφημίστηκε αρκετά.
Τι συνέβη;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













