Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Η Μελαγχολία του Φθινοπώρου





Η μελαγχολία του φθινοπώρου

    «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι…» έγραψε ο ποιητής και ο Σεπτέμβρης βιάστηκε να τον δικαιώσει.
 Οι παραλίες άδειασαν, τα λιμάνια ετοιμάστηκαν να υποδεχτούν τον μεγάλο νοτιά, και τα βουνά ντύθηκαν το πρώτο χιόνι.
Ο Οκτώβρης μετράει την πρώτη του βδομάδα…
και μπορεί ο μεγάλος Α. Καμύ να ισχυρίζεται πως «…Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι…» αλλά από τη φωνή του  Yves Montand οι στίχοι που ακούγονται, σκορπίζουν την πρώτη γλυκιά μελαγχολία.

…τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.
Κι ο Βοριάς τα παρασύρει
μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν ξέχασα
το τραγούδι που μου τραγουδούσες.
Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,…
Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
τα βήματα των εραστών που χώρισαν…
δεν ξέρω. Λέτε να είναι τα ίδια φύλλα από «Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου» του Τάσου Λειβαδίτη? 
…Ονειρεύομαι ένα άγαλμα να κλαίει μες στην ομίχλη,
έναν φυλακισμένο να τραγουδά,
μια γυναίκα να μην κλέβει τα χρόνια της,
ένα παιδί που να μη ρωτά.
Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου
να γείρει η χαμένη ζωή μου…

Πρόσωπα κόλλησαν στο τζάμι παρακολουθώντας τις χοντρές σταγόνες την ίδια ώρα που ο αέρας τρέλαινε τις βάρκες στη μαρίνα. 
Το καλοκαίρι διέρρηξε τις σχέσεις του με τον Αίολο και ο τρελός αγέρας γύρισε την σελίδα στο διήγημα του Χατζόπουλου. 
«…πειτα ρθε τ φθινόπωρο˙ να μερο φθινόπωρο μ μέρες στ σειρ συννέφιαστες, χλιαρς κα πνεμες. Ο λφοι πλωναν βιολέτινοι μ τ’ νθισμένα ρείκια στς πλαγιές, πρα ο γιαλο λλο μενεξεδνιοι, λλο τριανταφυλλιοί, ο βρχοι σ σχματα πολλαζαν παρξενα κθε στιγμ, κρεμινταν σν νάεροι στ νερά, ο μμουδις χρυσοφέγγιζαν κάτω σν παρδαλ πανι πλωμένα στ κρογιλι. Ενα φς παλ καδιφανο, πο μοιαζε σ ν ταν καθρέφτισμα, κτι τ υλο, τρεμε στν έρα κα στ γ…».

Μα η πένα της Πολυδούρη βουτάει στο μελανοδοχείο της θλίψης για να γράψει.
Κ᾿ ρθε μοιραα το φθινοπώρου  ρα,


νάμεσό μας στάθη σκυθρωπή,

μς φησε τ᾿ νταλλαγμένα δρα              

κα τ γιατί χωρς ν μς τ π

Μς ρριξε στ δρόμο πρς τ χώρα

μ γρήγορο τ χέρι ς στραπή.

Μαζ στν κόσμο μ μονάχοι τώρα,

μία μοναξι σν τάφου σιωπή.    

Στο ιδιο μελανοδοχείο βουτούσε την πένα και ο Καρυωτάκης όταν έγραφε
 Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι


στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες

γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.

Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα

την έκανα γλυκύτατο τραγούδι

κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

Η φωνή της Δημ Γαλάνη και ο Γκάτσος μελοποιημένος από τον Ξαρχάκο  κυλάνε στα ρυάκια του δίσκου
Φθινοπώριασε κι άκουσα

το στερνό τ’ αντίο σου

φθινοπώριασε κι έκλεισα


το πικρό βιβλίο σου.

Σε τραγούδησα

σα μιαν απέραντη αμμουδιά

σα μια ροδιά

χωρίς κλαδιά.

Σε τραγούδησα

σα μια μεγάλη ακρογιαλιά

σα μια φωλιά

χωρίς πουλιά.

Φθινόπώριασε κι έσβησε

το ξανθό σου το αστέρι φθινοπώριασε

κι έγινε βορινό πια τ’ αγέρι.

Οι χάντρες της θλίψης κάνουν παρέα η μια στην άλλη .
Είναι μια θλίψη το φθινόπωρο καθώς αδειάζουν οι ακρογιαλιές και το νησί ερημώνει· και μένει μόνη η ψυχή με τ’ άγριο πέλαγο. Πώς να παλέψει με τις άδειες Κυριακές την ερημιά των βράχων και της θάλασσας, με τις κουρούνες που το δειλινό στην αποβάθρα κρώζουν. Θα γράψει ο Χρήστος Λάσκαρης.

Άρχισε ψύχρα. Το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση. Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη ξοδεύτηκε σε κάποια υδρορρόη. Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν. Ζέστες, η διάθεση για φως, λόγια, πουλιά, πλαστογραφία της ζωής. Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα φεγγάρια, πολλοί διάττοντες έρωτες ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα.
 Θα μονολογήσει και η Κική Δημουλά.
Μα γιατί τόση μελαγχολία? Προφανώς το καλοκαίρι  ποτέ δεν θα μπορέσει να ικανοποιήσει τα όνειρα μας. Η ανέμελη ζωή στην ακρογιαλιά, το παίξιμο στη θάλασσα, η απομάκρυνση από την εργασία και το καταπιεστικό ωράριο, την αναγκαστική περίοδο μάθησης στο σχολείο, το άραγμα στον πλάτανο με φίλους συμπατριώτες γύρω γύρω και πόσα ακόμη μυστικά και ντοκουμέντα που συνδέονται με τις καλοκαιρινές διακοπές. 
 Ο Ν. Λαπαθιώτης και ο Ν. Καρούζος αποδέχονται την διαφορετικότητα του Φθινοπώρου και προσμένουν την αλλαγή του καιρού με φιλοσοφική διάθεση
 .. Να μη λυπάσαι που πέφτουν τα φύλλα φθινόπωρο. Η δική σου τρυφερότητα θαν τα φέρει και πάλι στα δέντρα. Δάκρυα μη χαλνάς· όλοι ανήκουμε στην ανάσταση.
 (Ν. Καρούζος)  
Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσον καιρό σε καρτερώ,


με τις πλατιές, βαριές σου στάλες

των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,

που με μεθούσατε τις προάλλες...

Τα καλοκαίρια μ' έψησαν, και τα λιοπύρια τα βαριά,

κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζιοι:

απόψε μου ποθεί η καρδιά, πότε να ρθει, μες στα κλαριά,

ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ, ξανά, μες στα μουγγά τα δειλινά,

θ' αναπολώ γλυκά, –ποιός ξέρει-,

και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,

το περασμένο καλοκαίρι... -, (Λαπαθιώτης).

Μα η μελαγχολία του Φθινόπωρου είναι και η μελαγχολία των χρόνων που βαραίνουν την ύπαρξη μας καθώς ο χειμώνας είναι το τέλος και η αρχή, ο προάγγελος της Άνοιξης.
Τι σοφά που τα γράφει ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αρσένι  Ταρκόφσκι!
Τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου


στη δύση της πικρής ζωής

γεμάτος θλίψη

μπήκα

στο δάσος χωρίς όνομα και φύλλα.

Ήταν απ’ άκρη σε άκρη λουσμένο

στο γαλακτερό

γυαλί ομίχλης.

Από τα γκρίζα κλαριά

έσταζαν δάκρυα καθαρά,

εκείνα, που μονάχα τα δέντρα χύνουν την παραμονή

χειμώνα, που καταργεί τα χρώματα.

Και ξάφνου έγινε το θαύμα:

στη δύση

έσταξαν τα σύννεφα λίγο γαλάζιο,

και μια ακτίνα, ίδια Ιουνίου φως, πέταξε

στο παρελθόν από τις μέρες μου,

που πρόκειται να έρθουν.

Και έκλαιγαν τα δέντρα την παραμονή

των γενναιόδωρων γιορτών κι ευλογημένων έργων,

και χαραγμένων στο λαζούρι ημερών.

Και οδηγούσαν το χορό τα περιστέρια

όπως στα πλήκτρα τρέχουνε τα χέρια

Από τη γη ως τα ψηλά τ’ αστέρια. 

Από τα 1.900 μέτρα, πάνω στην κορφή στο Κοκκινάρι στη Γκιώνα προσπαθώ να βρω, να δώ τον Μεγάλο Σορό πέρα στη Δύση. 
Το βλέμμα πετάει αλλά σταματάει στα σύννεφα του Φθινοπώρου.
Αίνος γιοκ… Η χαρούμενη παρέα του τζιπ με τα παιδιά του ΟΦΣΕ (ομιλος φουσκωτών σκαφών Ελλάδος) θαυμάζει το ήρεμο παλλόμενο τοπίο των ελάτων . Κοιτάει στον βορρά περιμένοντας τα χιόνια και τις νέες εξορμήσεις. 
Σκέφτεται την μεγάλη εξόρμηση του Νοεμβρίου υπολογίζει τον καιρό την απόσταση το χρόνο. 
Αναμνήσεις από παρόμοιες Φθινοπωρινές αναβάσεις γεμίζουν τις συζητήσεις . Προσμονή χωρίς ίχνος «ποιητικής» μελαγχολίας. Λοιπόν ναι.
Ψάξε την χαρά και την δημιουργία στον ελεύθερο χρόνο.Εκεί υπάρχει η ζωή.
Κατεβαίνουμε σιγά σιγά. Οι στροφές του δρόμου μπλέκονται στο νού με μια στροφή του Ομάρ Καγιάμ.
…Όμοια και λύπη και χαρά μαζί τα δυο τα επήρα

Μια και στον κόσμο αυτόν εδώ όλα ένα τέλος θάχουν,

Πάμε παιδιά στο καπηλειό να φέρουμε μια γύρα. 
Σε λίγη ώρα η Καρούτες ξεπροβάλλουν…
Αράζουμε στο φιλόξενο Καρτιανό Λημέρι
Το καλόπιοτο τσίπουρο γεμίζει τα ποτήρια και συνοδεύει την τσίκνα .
Εντάξει λοιπόν.Πάλι ο Καγιάμ από τον 10ο αιώνα διαλαλεί.
 Σύννεφο κακοκεφιάς να μην αφήσεις να σε σκιάζει

κι ας μη χαθούν οι μέρες σου σ’ αναίτιας λύπης την ομίχλη

μην απαρνιέσαι το λιβάδι, το φιλί, το ερωτικό τραγούδι

μέχρι μαζί με τον πηλό να ζυμωθεί μια μέρα ο πηλός σου….



Δεν υπάρχουν σχόλια: