Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Το ’40 και ο φασισμός δεν είναι μακριά (Νικ.Σεβαστάκη)

Μπορεί ο πόλεμος να είναι κάποτε μια αναγκαία επιλογή, όπως εκείνος στα αλβανικά βουνά και έπειτα η Αντίσταση κατά του κατακτητή. Ακόμα κι έτσι όμως, δεν γίνεται λιγότερο απάνθρωπος και ζοφερός.

Γερμανοί στρατιώτες στους Δελφούς. Φωτ.: Getty


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ και τόσο εξωτικό το ’40 και οι πόλεμοι. Διότι, όπως ξέρουμε, ο πόλεμος, έχει επανέλθει ως πραγματικότητα και ως ιδέα, πιθανότητα, ακόμα και ως πρόταση. Στη μια ή άλλη χώρα της Ευρώπης, οι κυβερνήσεις υποδεικνύουν στους πολίτες να μαζέψουν προμήθειες ή να πραγματοποιήσουν ασκήσεις προετοιμασίας. Τα εξοπλιστικά σχέδια έχουν εκτοξευτεί προς τα πάνω, μαζί με τις καταγγελίες και τις αναφορές για drones, ηλεκτρονικές επιβουλές και επεισόδια κατασκοπείας. 

Όμως εμείς έχουμε το ’40, το δικό μας μερίδιο μνήμης και γιορτής. Πώς επιστρέφει αυτή η ημερομηνία; Πέρα από παρελάσεις ή αεροπορικές επιδείξεις και σχόλια για τον Μεταξά, επιστρέφει κυρίως, πιστεύω, ως παιδικό/εφηβικό αναμνηστικό. Με μικρές ή μεγάλες δόσεις πατριωτικού λυρισμού. Οι άνθρωποι, οι μεγαλύτεροι προφανώς, βυθίζονται στα παιδικά τους χρόνια για να βρουν κάτι που να τους ενώνει, να τους ξανακάνει στιγμιαία «κοινότητα». Κοινότητες αναμνήσεων όπου πια, και με τη βοήθεια της ΤΝ και των λογισμικών νοσταλγίας, μπορεί κανείς να μοιραστεί συναισθήματα και ανακαλύψεις.

Εμείς έχουμε το ’40, το δικό μας μερίδιο μνήμης και γιορτής. Πώς επιστρέφει αυτή η ημερομηνία; Πέρα από παρελάσεις ή αεροπορικές επιδείξεις και σχόλια για τον Μεταξά, επιστρέφει κυρίως, πιστεύω, ως παιδικό/εφηβικό αναμνηστικό. Με μικρές ή μεγάλες δόσεις πατριωτικού λυρισμού.

Υπάρχει όμως και η επάνοδος στην Ιστορία που ελκύεται από το ηρωικό και την ιδέα ενός ανθεκτικού φρονήματος. Είναι η πεισματώδης άρνηση για παράδοση που συγκινεί. Η μεγάλη συμβολική και συναισθηματική κοιτίδα των «Όχι», έτσι όπως παραδειγματικά εικονίζεται στη συγκεκριμένη επέτειο. Επιπλέον, είναι και ο επίκαιρος αντιφασισμός, όπως και άλλες εκδοχές εθνικού λόγου όπου συναντάμε πολλών ειδών εσωτερικές ποιότητες, από τον πιο λεπτό ιστορικό χειρισμό ως τον πιο κιτς εθνικιστικό οίστρο.

Κάτω όμως και δίπλα σε αυτά, η βύθιση στην Ιστορία μεταγγίζεται και με έναν άλλον τόνο, περισσότερο υπαρξιακό και ελεγειακό. Σε αυτή την περίπτωση ο πόλεμος δεν είναι ποτέ ένα συμπαγές έπος όσο, και αδιαχώριστα, ανθρώπινη τραγωδία και σπαραγμός. Μπορεί, από την άποψη της ιστορικής του στιγμής, ο πόλεμος να είναι κάποτε μια αναγκαία επιλογή, όπως εκείνος στα αλβανικά βουνά και έπειτα η Αντίσταση κατά του κατακτητή. Ακόμα όμως και στη λογική του αναγκαιότητα και στην αναπότρεπτη περίστασή του, ένας πόλεμος δεν γίνεται λιγότερο απάνθρωπος και ζοφερός. Ο πόλεμος, κάθε πόλεμος, είναι μαζική οργάνωση του θανάτου και της καταστροφής. Και αυτό, μιλώντας για το ’40, το κατάλαβαν πολύ καλά ένας Γιάννης Μπεράτης, ένας Οδυσσέας Ελύτης ή ο Γιώργος Σαραντάρης (για να μείνουμε μόνο σε τρεις εμβληματικές περιπτώσεις).

Γράφει λοιπόν ο Σαραντάρης, που του έτυχε να ζήσει λίγους μήνες ακόμα προτού σβήσει από τύφο το 1941.

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα...

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

Ο πόλεμος δεν είναι ποτέ ένα συμπαγές έπος όσο, και αδιαχώριστα, ανθρώπινη τραγωδία και σπαραγμός. Φωτ.: Getty


Το ποίημα δείχνει τον πόλεμο. Τον φανερώνει και στον πιο δύσπιστο, και στον αδιάφορο και στους απόντες. Πώς; Θρηνώντας, δίχως δάκρυα, για τους πεθαμένους συντρόφους. Ο ποιητής δεν θέλει να αποδεχτεί την απώλεια των συμπολεμιστών, το γεγονός πως έφυγαν οριστικά. Γρήγορα όμως το ποίημα στρέφεται εκεί που ορίζει η μεταφυσική παράδοση: τρέπεται σε προσδοκία ανάστασης νεκρών – «όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος». Το σκόρπισμα των σκοτωμένων στη μάχη θα αναιρεθεί από μια ανάσταση που παρουσιάζεται σαν συνένωση των χωρισμένων σωμάτων.

Διαβάζοντας τους στίχους του Σαραντάρη σκέφτεται κανείς όλες αυτές τις προσπάθειες χρόνων να βρεθούν και να ταφούν οι νεκροί των αλβανικών βουνών. Πως τελικά οι άνθρωποι μαζεύουν τα κομμάτια τους για να προχωρήσουν, χωρίς να ξεχάσουν και ξεχνώντας την ίδια στιγμή σε μια διαλεκτική που μόνο η λογοτεχνία μπόρεσε να τιμήσει.

Εν τέλει, όμως, δεν ερμηνεύουμε ούτε τη ζωή ούτε τον θάνατο με τον ίδιο τρόπο. Καμιά αφήγηση δεν μπορεί να σηκωθεί πάνω από τη μάχη όρθια «σαν ένας άνθρωπος». Μοιραία, η ευχή του ποιητή διαψεύδεται.

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: