Κομπολόι στο χώμα, ο τίτλος του τελευταίου μυθιστορήματός σας. Θα μας δώσετε κάποια στοιχεία του;
Το Κομπολόι είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στην Αθήνα του 2016. Αφορμή για να ξετυλιχτεί η υπόθεση είναι η ανεύρεση δύο σκελετών στο προαύλιο του παλιού, μισογκρεμισμένου πια εργοστασίου της Columbia. Στο προσκήνιο της έρευνας βρίσκεται η ιδιόρρυθμη αστυνόμος Αΐντα Μητροπούλου, η οποία έχει ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στις γυναικοκτονίες. Ο συνταξιούχος αστυνομικός Χάρης Νικολόπουλος στέκεται δίπλα της, με την εμπειρία και τις γνώσεις του. Παράλληλα με την αστυνομική πλοκή, παρακολουθούμε τη ραγδαία αλλαγή της Αθήνας και την καταστροφή των τοπόσημων της πόλης, βλέπουμε δηλαδή τη χρονική στιγμή που ξεκίνησε ο λεγόμενος εξευγενισμός, ο οποίος χάρισε την πόλη μας στους τουρίστες.
Με ενδιαφέρουν οι κοινωνικοί λόγοι που οδηγούν έναν άνθρωπο στο έγκλημα.
Ποιο στοιχείο της προσωπικότητας καθενός από τους κεντρικούς ήρωες-αστυνομικούς σάς προβλημάτισε περισσότερο κατά τη διάρκεια της συγγραφής;
Τον Χάρη Νικολόπουλο τον γνωρίζω σχεδόν είκοσι χρόνια, έχω μελετήσει την ψυχοσύνθεση και τις αντιδράσεις του, έχω ολόκληρη τη ζωή του μέσα στο μυαλό μου. Η Αΐντα Μητροπούλου είναι σχετικά καινούργια ηρωίδα, αν και γράφω γι’ αυτή μια δεκαετία σχεδόν. Η Αΐντα με οδηγεί όπου θέλει, με εκπλήσσει με τις σκέψεις και τις ενέργειές της, κι αυτό με γοητεύει εξίσου.
Ποιο στοιχείο θαυμάζετε στον μεν και στη δε;
Θαυμάζω τον Νικολόπουλο για την ψυχραιμία και το πάθος του για δικαιοσύνη, για την ετοιμότητα και την προθυμία του να συμπαρασταθεί στους φίλους του κάθε φορά που τον χρειάζονται. Μου αρέσει που έχει ξεκαθαρίσει ποιος είναι και τι θέλει από τη ζωή του, έχει ενηλικιωθεί ουσιαστικά και αγαπάει τα ζώα. Είναι σαν κι εμένα μουσικόφιλος/κινηματογραφόφιλος/βιβλιόφιλος, θα ήθελα να τον έχω αδερφό ή φίλο. Στην Αΐντα θαυμάζω την αντίφαση να βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με την εξουσία, παρότι είναι αστυνομικός. Μου αρέσει που τα πηγαίνει καλά με τους περιθωριακούς και τους απόκληρους της ζωής, που συνεννοείται μαζί τους περισσότερο απ’ ό,τι με τους καθωσπρέπει. Και η Αΐντα επίσης δεν διστάζει μπρος σε καμία δυσκολία όταν τη χρειάζονται οι δικοί της άνθρωποι, ή όσοι θεωρεί δικούς της, και παλεύει για την εύθραυστη απονομή δικαιοσύνης.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα καταπιάνεται και με το πολιτικό σχόλιο. Σε ποιο βαθμό σάς αφορά ως δημιουργό;
Το κοινωνικό/πολιτικό αστυνομικό μυθιστόρημα αγαπώ, με αυτό ασχολούμαι. Με ενδιαφέρουν οι κοινωνικοί λόγοι που οδηγούν έναν άνθρωπο στο έγκλημα, οι συνθήκες στις οποίες διαπράττεται ένας φόνος. Είμαι οπαδός της σχολής του hardboiled και του neo-polar, του μεσογειακού αστυνομικού όπως το καλλιέργησαν ο Μονταλμπάν, ο Ρεβέρτε, ο Κάρλο Λουκαρέλι και ο δικός μας Πέτρος Μάρκαρης.
Είναι αλήθεια πως η πραγματικότητα μπορεί να ξεπερνά και την πιο καλπάζουσα φαντασία;
Είναι αλήθεια, πράγματι. Όταν έγραφα το προηγούμενο βιβλίο μου, τον Ένοχο μέχρι αποδείξεως του εναντίου, αναρωτιόμουν μήπως το παρακάνω, μήπως το τράφικινγκ δεν είναι τόσο κραυγαλέο όσο το περιγράφω. Λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, ξέσπασαν μερικές πολύκροτες ιστορίες (όπως η υπόθεση της Ηλιούπολης), που μου απέδειξαν ότι η φαντασία ωχριά μπρος στην πραγματικότητα. Στο Κομπολόι αναφέρω παρεμπιπτόντως την ύπαρξη αλλοδαπών μισθοφόρων κακοποιών, αν ψάξετε στοιχεία –ακόμα και στη wiki υπάρχει ειδικό λήμμα για τους Βόρηδες– θα σοκαριστείτε από το μοίρασμα του κόσμου σε τοπικές μαφίες.
Ποιες συνθήκες σάς κινητοποιούν για να γράψετε;
Ενημερώνομαι αδιάκοπα για όσα συμβαίνουν στον κόσμο, παρακολουθώ τους ανθρώπους γύρω μου, στο περιβάλλον μου, και σκέφτομαι ιστορίες. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που αγαπούσε τις ιστορίες, να τις ακούει, να τις διαβάζει και να τις διηγείται, και τηρώ την οικογενειακή παράδοση.
Ποιοι είναι οι συγγραφείς που ενδεχομένως καθόρισαν τη συγγραφική πορεία σας;
Διάβαζα μανιωδώς από παιδί τα περιπετειώδη μυθιστορήματα του Δουμά, του Ιούλιου Βερν και του Ντίκενς και στη συνέχεια πέρασα στους μεγάλους Αμερικανούς, τον Στάινμπεκ, τον Χέμινγουεϊ, τον Φιτζέραλντ και τον Ντος Πάσος. Αργότερα αγάπησα την κλασική αστυνομική λογοτεχνία, τον Χάμετ, τον Τσάντλερ και τον Ρος ΜακΝτόναλντ, τον Σιμενόν και την Πατρίσια Χάισμιθ. Νομίζω ότι η συγγραφική πορεία μου διαμορφώθηκε από Έλληνες κλασικούς (Βενέζη και Τερζάκη, Τσίρκα και Βασιλικό, Καρυστιάνη και Μάρω Δούκα), γυναίκες συγγραφείς του 19ου και 20ού αιώνα (Βιρτζίνια Γουλφ και Τζιν Ρις, Μάργκαρετ Άτγουντ και Μάγια Αγγέλου), αλλά και από τους πιο «ποπ» συγγραφείς, όπως είναι ο Νικ Χόρνμπι, ο Τζόναθαν Κόου και η Νόρα Έφρον.
Διαβάσατε πρόσφατα κάποιο βιβλίο που σας εντυπωσίασε;
Με εντυπωσίασε πολύ η Σύλβια του Χάουαρντ Φαστ (μετάφραση: Χρήστος Οικονόμου, Πόλις), ένα υπέροχο νουάρ χωρίς φόνους, γραμμένο το 1960, ξεχασμένο από την ιστορία λόγω της πολιτικής στάσης του συγγραφέα του. Όπως επίσης ο Χορός των Μυγών, της σπουδαίας Αργεντίνας Κλαούδια Πινιέιρο (μετάφραση: Ασπασία Καμπύλη, Carnivora). Στην Πινιέιρο θαυμάζω την πολιτικοποιημένη και συγχρόνως φεμινιστική οπτική της, την πρωτοτυπία των θεμάτων που επιλέγει κάθε φορά.
Θα μας αφιερώσετε κάποια φράση-κλειδί του βιβλίου σας;
Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, και τίποτα δεν φαίνεται όπως είναι.
Ασχολείστε με τη συγγραφή του επόμενου βιβλίου σας;
Πάντοτε έχω μέσα στο μυαλό μου μία ή περισσότερες πλοκές που περιμένουν την ώρα τους. Θέλω να έχουν ωριμάσει επαρκώς, να τις έχω επεξεργαστεί εντός μου πριν αρχίσω να γράφω. Και κάθε φορά κάνω ενδελεχή έρευνα για το θέμα μου. Οπότε αυτή τη στιγμή δεν γράφω, αλλά σκέφτομαι μονίμως τη συγγραφή.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου