Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών. ΑΡΧΑΙΩΝ ΤΟΠΟΣ Α΄ ΜΕΡΟΣ




ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στους πρόποδες του Παρνασσού, στο υποβλητικό φυσικό τοπίο που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο πανύψηλους βράχους, τις Φαιδριάδες, βρίσκονται οι Δελφοί. Οι Δελφοί ήταν αρχαία ελληνική πόλη όπου λειτούργησε το ξακουστό μαντείο της αρχαίας Ελλάδας. Η πόλη αναφέρεται από τους ομηρικούς χρόνους με το όνομα Πυθώ. Στην αρχή των ιστορικών χρόνων ήταν μία από τις πόλεις της αρχαίας Φωκίδας, αλλά σταδιακά ο ρόλος της πόλης ενισχύθηκε και εξελίχθηκε σε πανελλήνιο κέντρο των αρχαίων Ελλήνων. Αποτέλεσε και κέντρο της Δελφικής Αμφικτιονίας. Οι Δελφοί διατήρησαν τη σημαντική τους θέση μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία τους με διάταγμα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α’. Τους επόμενους αιώνες, η πόλη παρήκμασε και εγκαταλείφθηκε οριστικά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών. Σήμερα, οι Δελφοί είναι μια περιοχή με έντονο τουρισμό και έχει χαρακτηριστεί τόπος παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. Εκτός του αρχαιολογικού χώρου και του μουσείου, υπάρχει το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο και στην ευρύτερη περιοχή μια σειρά Μοναστηριών με θρησκευτικό ενδιαφέρον. Επίσης, οι Δελφοί βρίσκονται σε μικρή απόσταση από την Αράχωβα, σημαντικό χειμερινό προορισμό της Στερεάς Ελλάδας και από το Γαλαξίδι.
ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ-ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η ιστορία των Δελφών χάνεται στην προϊστορία και στους μύθους των αρχαίων Ελλήνων. Σύμφωνα με την παράδοση, στην περιοχή των Δελφών υπήρχε τέμενος αφιερωμένο στη γυναικεία θεότητα της Γαίας και φύλακάς του είχε τοποθετηθεί ο φοβερός δράκοντας Πύθων. Σύμφωνα με τοπικούς μύθους, κύριος του τεμένους έγινε ο Απόλλωνας όταν σκότωσε τον Πύθωνα. Στη συνέχεια, μεταμορφωμένος σε δελφίνι μετέφερε Κρήτες που έφθασαν στην Κίρρα, το επίνειο των Δελφών, και ίδρυσαν το τέμενός του. Ο μύθος αυτός σχετικά με την κυριαρχία του Απόλλωνα επιβίωσε σε εορταστικές αναπαραστάσεις στις τοπικές γιορτές, όπως τα Σεπτήρια, τα Δελφίνια, τα Θαργήλια, τα Θεοφάνεια, και τα Πύθια. Τα Πύθια τελούνταν για να θυμίζουν τη νίκη του Απόλλωνα κατά του Πύθωνα και περιελάμβαναν μουσικούς διαγωνισμούς και γυμνικούς αγώνες.
Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή των Δελφών, που χρονολογούνται στη νεολιθική εποχή (4000 π.Χ.), έχουν εντοπιστεί στο Κωρύκειο Άντρο, σπήλαιο στον Παρνασσό, όπου τελούνταν οι πρώτες λατρείες. Από το 4000 π.Χ. μέχρι τα Μυκηναϊκά χρόνια (1550 π.Χ.) δεν υπάρχουν ευρήματα, γεγονός που δείχνει ότι η περιοχή πιθανόν έμεινε ακατοίκητη στο διάστημα αυτό. Στο ξεκίνημα της Μυκηναϊκής περιόδου εγκαταστάθηκαν στο χώρο των Δελφών Αχαιοί προερχόμενοι από τη Θεσσαλία και ίδρυσαν οργανωμένη πόλη, από την οποία έχουν βρεθεί κατάλοιπα μυκηναϊκού οικισμού και νεκροταφείου. Πιστεύεται ότι αντιστοιχεί στην πόλη που αναφέρεται στον κατάλογο των Νεών της Ιλιάδας, με το όνομα Πυθώ. Η Πυθώ ήταν μία από τις 9 πόλεις της Φωκίδας που συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο, στο πλευρό των υπολοίπων Αχαιών.[1]
Με το τέλος της Μυκηναϊκής περιόδου, η πόλη εγκαταλείφθηκε, όπως και πολλά ακόμα Μυκηναϊκά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Για τους επόμενους 4 αιώνες δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική εγκατάσταση στην περιοχή. Τα ευρήματα από την περιοχή παρέμειναν ελάχιστα και πολύ αποσπασματικά μέχρι τον 8ο αιώνα π.Χ., οπότε επικράτησε οριστικά η λατρεία του Απόλλωνα και άρχισε η ανάπτυξη του τεμένους και του μαντείου. Προς το τέλος του 7ου αιώνα π.Χ. οικοδομήθηκαν οι πρώτοι λίθινοι ναοί, αφιερωμένοι ο ένας στον Απόλλωνα και ο άλλος στην Αθηνά, που λατρευόταν επίσημα, με την επωνυμία «Προναία» ή «Προνοία» και είχε δικό της ναό. Σύμφωνα με φιλολογικές μαρτυρίες και αρχαιολογικά ευρήματα, στους Δελφούς λατρεύονταν ακόμη η Άρτεμη, ο Ποσειδώνας, ο Διόνυσος, ο Ερμής, ο Ζευς Πολιεύς, η Υγιεία και η Ειλείθυια.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Από τον 8ο αιώνα, όταν πλέον επικράτησε η λατρεία του Απόλλωνα, το τέμενος των Δελφών απέκτησε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ενώ η επιρροή του εξαπλώθηκε σταδιακά σε ένα μεγάλο τμήμα του ευρύτερου χώρου της ανατολικής Μεσογείου. Σημαντικός αριθμός αφιερωμάτων που βρέθηκαν στους Δελφούς, προέρχεται ακόμα κι από περιοχές της Συρίας και της Αρμενίας, γεγονός που μαρτυρά την έκταση της επιρροής του τεμένους. Λόγω της μεγάλης φήμης του μαντείου, οι ελληνικές πόλεις κατέφευγαν σ’ αυτό για να βοηθηθούν στη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αποικισμού, όπου οι μητροπόλεις κατέφευγαν στο μαντείο για να το συμβουλευτούν, για την επιλογή κατάλληλης θέσης για την ίδρυση αποικίας.
Το τέμενος των Δελφών έγινε σταδιακά κέντρο της σημαντικότερης Αμφικτιονίας του αρχαίου ελληνικού κόσμου, που έγινε γνωστή ως Δελφική Αμφικτιονία, μιας ομοσπονδιακής ένωσης 12 φυλών με θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα, ενώ αργότερα απέκτησε και πολιτική σημασία. Σ’ αυτήν συμμετείχαν οι φυλές της κεντρικής Ελλάδας και ηγετική θέση ανάμεσά τους κατείχαν οι Θεσσαλοί. Αρχικά είχε κέντρο της την Ανθήλη της Μαλίδας, αλλά από τα μέσα του 7ου αιώνα έκανε κέντρο της τους Δελφούς. Η Δελφική Αμφικτιονία είχε τον έλεγχο της περιουσίας και λειτουργίας του τεμένους, αφού όριζε τους ιερείς και τους άλλους αξιωματούχους, εκλέγοντάς τους πάντα από κατοίκους των Δελφών.
Στις αρχές του 6ου π.Χ. αιώνα η Δελφική Αμφικτιονία διεξήγαγε πόλεμο με τη γειτονική πόλη των Δελφών, την Κρίσα (Α’ Ιερός πόλεμος), που κατέληξε στην καταστροφή της πόλης. Αποτέλεσμα του πολέμου ήταν οι Δελφοί να αυξήσουν την πανελλήνια θρησκευτική και πολιτική τους επιρροή και να μεγαλώσουν σε έκταση, αποκτώντας εδάφη που μέχρι τότε ανήκαν στην Κρίσα. Παράλληλα, μετά το τέλος του πολέμου διοργανώθηκαν για πρώτη φορά τα Πύθια, οι δεύτεροι σε σημασία πανελλήνιοι αγώνες μετά τους Ολυμπιακούς, που τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια. Στα πρώτα Πύθια, που διοργανώθηκαν το 586 π.Χ., δόθηκαν ως έπαθλα στους νικητές των αγώνων, χρηματικά δώρα από τα λάφυρα της Κρίσας. Από τους επόμενους αγώνες καθιερώθηκε ως τιμητικό βραβείο των νικητών το δάφνινο στεφάνι. Η περίοδος από τον 6ο έως τον 4ο αι. π.Χ. συμπίπτει με τη μεγάλη ακμή του δελφικού μαντείου.
Την περίοδο των Περσικών πολέμων το μαντείο των Δελφών εξέδωσε αρκετούς δυσοίωνους χρησμούς για τις ελληνικές πόλεις, γεγονός που αποδόθηκε από μεταγενέστερους ιστορικούς σε φιλοπερσική στάση που κράτησε. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Δελφοί δέχτηκαν επίθεση από τους Πέρσες. Συγκεκριμένα, αφού ο Ξέρξης πέρασε τις Θερμοπύλες και κατευθυνόταν προς τη Φωκίδα, έστειλα ένα στρατιωτικό σώμα προς τους Δελφούς για να αποσπάσει θησαυρούς. Όταν οι Πέρσες πλησίασαν στους Δελφούς, δύο κορυφές από τον Παρνασσό αποκόπηκαν και έπεσαν πάνω τους, ενώ παράλληλα καταδιώχθηκαν από δύο τοπικούς ήρωες, τον Φύλακο και τον Αυτόνοο.[2]
Οι Δελφοί παρέμειναν ανεξάρτητη πόλη μέχρι το 448 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι βοήθησαν του Φωκείς να εντάξουν το τέμενος στην ομοσπονδία τους. Τότε οι Σπαρτιάτες αντέδρασαν με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ο Β’ Ιερός πόλεμος. Οι Σπαρτιάτες αρχικά επανέφεραν την πόλη στην προηγούμενη κατάστασή της, αλλά με νέα παρέμβαση των Αθηναίων η πόλη αποδόθηκε πάλι στους Φωκείς. Οι Φωκείς διατήρησαν τον έλεγχο του μαντείου μέχρι το 421 π.Χ. Τη χρονιά αυτή η πόλη των Δελφών ανεξαρτητοποιήθηκε και πάλι ως συνέπεια της Νικίειου ειρήνης. Το 356 π.Χ., οι Φωκείς κατέλαβαν τους Δελφούς, όταν το αμφικτιονικό συνέδριο, που ελεγχόταν τότε από τη Θήβα, τους επέβαλλε ένα βαρύ πρόστιμο. Το γεγονός αυτό οδήγησε στο ξέσπασμα του Γ’ Ιερού πολέμου. Στη διάρκεια αυτού του πολέμου λεηλατήθηκαν όλοι οι θησαυροί των Δελφών για να χρηματοδοτηθεί ο στρατός των Φωκέων. Οι Φωκείς τελικά ηττήθηκαν, 10 χρόνια μετά, με επέμβαση του Φιλίππου και οι Δελφοί πέρασαν πάλι στον έλεγχο της Δελφικής Αμφικτιονίας που πλέον ελεγχόταν από τους Μακεδόνες. Ένας Δ’ Ιερός πόλεμος ξέσπασε το 339 π.Χ. στον οποίο αναμείχθηκαν οι Λοκροί της Άμφισσας και οδήγησε τελικά στην επέμβαση του Φιλίππου στη νότια Ελλάδα.
Τον 3ο αιώνα π.Χ., οι Δελφοί πέρασαν στον έλεγχο της Αιτωλικής Συμπολιτείας, της νέας πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης που αναδείχτηκε στη νότια Ελλάδα. Οι Αιτωλοί κατέλαβαν το ιερό το 290 π.Χ. Λίγα χρόνια μετά, το 279 π.Χ., η πόλη των Δελφών βρέθηκε σε κίνδυνο από την επιδρομή των Γαλατών στον ελλαδικό χώρο. Την επιδρομή αυτή αντιμετώπισαν με επιτυχία οι Αιτωλοί και προστάτευσαν το ιερό. Η πόλη συνέχισε να ευδοκιμεί και να πλουτίζει σε δώρα και αφιερώματα και στη διάρκεια αυτού του αιώνα. Τα περισσότερα αφιερώματα αυτής της περιόδους προέρχονται από τις πόλεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας.
Το 190 π.Χ., οι Ρωμαίοι αφαίρεσαν από τους Αιτωλούς την κυριαρχία στο μαντείο και λίγα χρόνια μετά, το 168 π.Χ., οι Δελφοί πέρασαν σε ρωμαϊκή κυριαρχία. Στη διάρκεια των Μιθριδατικών πολέμων, οι Δελφοί λεηλατήθηκαν από τον Σύλλα, το 86 π.Χ.
Η παρακμή των Δελφών επήλθε με το φιλοσοφικό κίνημα του ορθολογισμού τον 3ο αιώνα π.Χ., ωστόσο, το τυπικό στη λειτουργία τους έμεινε αναλλοίωτο μέχρι το 2ο αιώνα μ.Χ., την εποχή του Αδριανού. Τότε επισκέφθηκε τους Δελφούς ο περιηγητής Παυσανίας, ο οποίος κατέγραψε λεπτομερώς πάρα πολλά κατάλοιπα κτιρίων, επιγραφών και γλυπτών. Η διεξοδική περιγραφή του συνέβαλε σημαντικά στην ανασύνθεση του χώρου. Το 394 μ.Χ. δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του Βυζαντινού αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α’. Με την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι Δελφοί έγιναν έδρα επισκοπής, αλλά εγκαταλείφθηκαν στις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ., περίοδο των Σλαβικών επιδρομών. Σταδιακά ο αρχαιολογικό χώρος των Δελφών επιχωματώθηκε και καλύφθηκε ενώ, κατά τον Μεσαίωνα, πάνω στα θαμμένα ερείπια εγκαταστάθηκε το χωριό Καστρί, που στα νεότερα χρόνια δέχθηκε τις επισκέψεις των αρχαιόφιλων περιηγητών.
ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
Η έρευνα στον χώρο των Δελφών άρχισε γύρω στο 1860 από Γερμανούς. Ήταν αναγκαίο να μετακινηθεί το χωριό Καστρί για να πραγματοποιηθούν οι ανασκαφές, κάτι όμως που αρνούνταν οι κάτοικοι. Η ευκαιρία να μετατοπισθεί το χωριό δόθηκε όταν αυτό καταστράφηκε μερικώς από σεισμό και οι κάτοικοι έδωσαν τον αρχαιολογικό χώρο με αντάλλαγμα ένα νέο χωριό.
Το 1891 οι Γάλλοι πήραν από την ελληνική κυβέρνηση έγκριση για διεξαγωγή συστηματικών ερευνών και τότε άρχισε η λεγόμενη «Μεγάλη Ανασκαφή›, αφού πρώτα απομακρύνθηκε το χωριό Καστρί. Το 1893 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή αφαίρεσε σημαντική ποσότητα εδάφους από πολυάριθμους τόπους, για να έρθουν στην επιφάνεια τα σημαντικά κτίρια του τεμένους των Δελφών, όπως επίσης και χιλιάδες αντικειμένων, επιγραφών και γλυπτών. Στη διάρκεια των ανασκαφών ήλθαν στο φως εντυπωσιακά ευρήματα, ανάμεσα στα οποία και περίπου 3.000 επιγραφές, που αποκαλύπτουν διάφορες πτυχές του αρχαίου δημοσίου βίου.
Σήμερα, οι εργασίες στο χώρο των δύο δελφικών ναών συνεχίζονται με τη συνεργασία της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και της Γαλλικής Σχολής, με ανασκαφική αλλά και αναστηλωτική δραστηριότητα. Τέσσερεις περιοχές του χώρου αναστηλώθηκαν περισσότερο ή λιγότερο. Το μοναδικό μνημείο που διέθετε πλήθος αυθεντικών αρχαίων αντικειμένων για τη σχεδόν πλήρη αναστήλωσή του ήταν ο Θησαυρός των Αθηναίων, που αποκαταστάθηκε ολόκληρος το 1903-1906 από τους Γάλλους, με χορηγία του Δήμου Αθηναίων. Άλλα μνημεία που έχουν αναστηλωθεί είναι ο Βωμός των Χιωτών, που αναστηλώθηκε το 1959 από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, ενώ ο ναός του Απόλλωνα και η Θόλος υπέστησαν μικρές αναστηλώσεις.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Ο αρχαιολογικός χώρος των Δελφών περιλαμβάνει δύο ναούς, έναν αφιερωμένο στον Απόλλωνα και έναν στην Αθηνά, καθώς και άλλου είδους εγκαταστάσεις, κυρίως αθλητικές. Όσοι έρχονταν από την Αθήνα συναντούσαν πρώτα το ναό της Αθηνάς Προναίας, δηλαδή της Αθηνάς που βρισκόταν πριν το ναό του Απόλλωνα. Εδώ σώζεται η περίφημη Θόλος, το κυκλικό κτίριο και ερείπια των τριών ναών της Αθηνάς, δύο πώρινων, κτισμένων στο ίδιο σημείο, που χρονολογούνται στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. και στο 500 π.Χ., κι ενός νεότερου, ασβεστολιθικού, που κτίσθηκε στο δυτικό άκρο του ναού, μετά το σεισμό του 373 π.Χ. Μέσα στο ναό σώζονται βωμοί αφιερωμένοι στο Δία Πολιέα, στην Αθηνά Εργάνη, στην Αθηνά Ζωστηρία, στην Ειλείθυια και στην Υγεία, κατάλοιπα κτιρίου, που έχει αποδοθεί στη λατρεία των ντόπιων ηρώων, Φυλάκου και Αυτόνοου, που με τη μορφή γιγάντων είχαν αποτρέψει την εισβολή των Περσών στους Δελφούς, καθώς και δύο θησαυροί δωρικού και αιολικού ρυθμού, με ανωδομή από παριανό μάρμαρο. Ο ένας, από τον οποίο σώζεται ένα χαρακτηριστικό κιονόκρανο με φύλλα φοίνικα, ήταν αφιέρωμα των κατοίκων της μακρινής Μασσαλίας. Ο ναός περιλάμβανε επίσης τρόπαιο – ενθύμιο της απόκρουσης των Περσών, υπαίθριο άγαλμα του αυτοκράτορα Αδριανού και ένα οικοδόμημα που ονομάζεται «Οικία των ιερέων».
Προχωρώντας προς τα ΒΔ συναντούσε κανείς το γυμνάσιο, χώρο αθλητικής προπόνησης και εκπαιδευτικό κέντρο, με την παλαίστρα και το συγκρότημα των λουτρών. Επόμενος σταθμός ήταν η Κασταλία, η κρήνη των Δελφών. Με το νερό της οι επισκέπτες ξεδιψούσαν από την μακριά πορεία τους και ταυτόχρονα εξαγνίζονταν πριν μπουν στο μαντείο.
Το κεντρικό και πιο σπουδαίο σημείο του χώρου αποτελούσε πάντα το τέμενος του Απόλλωνα. Προστατευόταν από περίβολο, με είσοδο στη ΝΑ του γωνία. Από το σημείο αυτό οι επισκέπτες ακολουθούσαν την Ιερά οδό, το βασικό ιστό του τεμένους, που οδηγούσε στο ναό του Απόλλωνα με το άδυτο, όπου έδινε τους χρησμούς της η Πυθία. Με πυρήνες το ναό και την Ιερά οδό, το τέμενος σταδιακά μεγάλωσε και ενισχύθηκε από μνημειώδεις αναλημματικούς τοίχους. Ο επικλινής χώρος του οργανώθηκε σε αλλεπάλληλα επίπεδα, που πλαισιώθηκαν από στοές (Αττάλου, Αιτωλών, Αθηναίων) και ήταν προσβάσιμα από αντίστοιχες πύλες στον περίβολο. Ανάμεσά τους διακρίνονται διάσπαρτα τα λείψανα πολυάριθμων και ποικίλων αναθημάτων, που αφιερώθηκαν από τις ελληνικές πόλεις ή από πλούσιους ιδιώτες με αφορμή διάφορες ιστορικές περιστάσεις και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα ή απλώς για να εκφράσουν θρησκευτική ευλάβεια προς τον Απόλλωνα και το μαντείο του. Τα έργα αυτά αντιπροσωπεύουν την τεχνική δεξιότητα και την καλλιτεχνική πρόοδο των ανθρώπων εκείνης της εποχής, από τα βάθη της Ανατολής ως τα παράλια της Μεσογειακής λεκάνης, ενώ παράλληλα υποδηλώνουν την οικονομική ευρωστία των αναθετών. Κυμαίνονται από χάλκινους ή αργυρούς τρίποδες (ένα από τα σύμβολα του μαντείου) μέχρι τα σύνθετα πολυπρόσωπα αγαλματικά συμπλέγματα, φτιαγμένα από μάρμαρο ή χαλκό. Μεταξύ των αρχιτεκτονικών αφιερωμάτων, οι θησαυροί, εντυπωσιακοί και πολυτελέστατοι, στέγαζαν κινητά αναθήματα, αλλά κυρίως πρόβαλλαν την τέχνη της πατρίδας του κάθε αναθέτη. Η Ιερά οδός πλαισιωνόταν από τέτοια αφιερώματα, πυκνά τοποθετημένα σε όλο της το μήκος. Στο κέντρο του τεμένους, επάνω στο μεγάλο πλάτωμα, που σχημάτιζε ο μεγάλος αναλημματικός πολυγωνικός τοίχος, δέσποζε ο μεγαλοπρεπής ναός του Απόλλωνα. Μπροστά στην είσοδό του οι επισκέπτες μπορούσαν να θαυμάσουν τα εντυπωσιακά αναθήματα που είχαν προσφέρει κυρίως πλούσιοι ιδιώτες. Ψηλότερα από το ναό, προς τα ΒΔ, βρίσκεται το θέατρο, όπου τελούνταν οι δραματικοί και μουσικοί αγώνες των Πυθίων, ενώ ακόμη ψηλότερα, έξω από τον περίβολο του τεμένους, βρισκόταν το στάδιο, που φιλοξενούσε τους αθλητικούς αγώνες.
Έξω και γύρω από τα δύο τεμένη διατηρούνται διάσπαρτα τα ερείπια του οικισμού των Δελφών, που αναπτύχθηκε κυρίως στην κλασική και στη ρωμαϊκή περίοδο, καθώς και τάφοι από τις αντίστοιχες νεκροπόλεις.
ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ
Ο ναός του Απόλλωνα, το σημαντικότερο μνημείο του τεμένους του Απόλλωνα στους Δελφούς, βρισκόταν σε περίοπτη και κεντρική θέση μέσα στον χώρο. Στο ναό στεγάζονταν τα αγάλματα και τα αφιερώματα προς τον Απόλλωνα, αλλά εδώ γίνονταν και οι ιεροτελεστίες που είχαν σχέση με τη λατρεία, που σπουδαιότερη ήταν η διαδικασία της μαντείας. Στο ναό υπήρχε και το «χρησμογραφείο», όπου φυλάσσονταν τα αρχεία και οι κατάλογοι των Πυθιονικών, που καταστράφηκαν το 373 π.Χ. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο πρώτος ναός του Απόλλωνα που κτίσθηκε στους Δελφούς ήταν μία καλύβα από κλαδιά δάφνης, ο δεύτερος έγινε από κερί μελισσών και φτερά και ο τρίτος από χαλκό, ενώ ο τέταρτος κτίσθηκε από τους μυθικούς αρχιτέκτονες Τροφώνιο και Αγαμήδη, με τη βοήθεια του ίδιου του Απόλλωνα. Αυτός πρέπει να ήταν ο πώρινος ναός, που καταστράφηκε από πυρκαγιά το 548 π.Χ.
Ο ναός που τον διαδέχθηκε, οικοδομήθηκε με εισφορές που συγκεντρώθηκαν από όλη την Ελλάδα και από ξένους ηγεμόνες και ανέλαβε να τον ολοκληρώσει η μεγάλη αθηναϊκή οικογένεια των Αλκμαιωνιδών. Ολοκληρώθηκε περίπου το 510 π.Χ., ήταν δωρικός περίπτερος, με 6 κίονες στην πρόσοψη και 15 στις πλευρές. Ήταν πώρινος με μαρμάρινη πρόσοψη και εξαιρετικό γλυπτό διάκοσμο, φιλοτεχνημένο από το γλύπτη Αντήνορα. Θέμα του ανατολικού αετώματος ήταν η άφιξη του Απόλλωνα στους Δελφούς με τη συνοδεία της αδελφής του Άρτεμης και της μητέρας του Λητούς. Στο κέντρο της παράστασης εικονιζόταν το άρμα με του και δεξιά και αριστερά ανδρικές και γυναικείες μορφές. Στο δυτικό αέτωμα απεικονιζόταν σκηνή Γιγαντομαχίας, από την οποία σώζονται μόνο οι μορφές της Αθηνάς, ενός πεσμένου Γίγαντα, μιας ανδρικής μορφής και τα μπροστινά μέρη δύο αλόγων.
Ο σεισμός του 373 π.Χ. κατέστρεψε τον αρχαϊκό ναό και το τέμενος κατέφυγε για δεύτερη φορά σε πανελλήνιο έρανο για την ανοικοδόμησή του. Ο Γ’ Ιερός πόλεμος εμπόδισε τις εργασίες και μόλις το 330 π.Χ. ο ναός παραδόθηκε σε χρήση, φτιαγμένος στο ίδιο σχέδιο και στις ίδιες σχεδόν διαστάσεις. Στο ναό αυτό ανήκουν τα ερείπια που βλέπουμε σήμερα. Πρόκειται για εντυπωσιακό κτίσμα, θαυμάσιο δείγμα δωρικού ρυθμού, του οποίου αρχιτέκτονες ήταν ο Σπίνθαρος ο Κορίνθιος, ο Ξενόδωρος και ο Αγάθων. Ο ναός είναι περίπτερος, με 6 κίονες στις στενές πλευρές και 15 στις μακρές, με πρόδομο και οπισθόδομο, δίστηλους εν παραστάσι. Ο σηκός του χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες, η καθεμία από τις οποίες έχει 8 ιωνικούς κίονες. Στο βαθύτερο επίπεδό του βρισκόταν το άδυτο, όπου εκτυλισσόταν η μαντική διαδικασία και στο οποίο είχαν πρόσβαση μόνον οι ιερείς που θα ερμήνευαν τα λόγια της Πυθίας. Τα αετώματα από παριανό μάρμαρο φιλοτέχνησαν οι Αθηναίοι γλύπτες Πραξίας και Ανδροσθένης. Στο ανατολικό αέτωμα απεικονίζονταν ο Απόλλωνας με τις Μούσες και στο δυτικό ο Διόνυσος ανάμεσα στις Θυιάδες (Μαινάδες). Για το εσωτερικό του ναού γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία, κυρίως από αρχαίους συγγραφείς: στους τοίχους του πρόναου υπήρχαν χαραγμένα ρητά των επτά σοφών, όπως «γνώθι σαυτόν», «μηδέν άγαν» και το γράμμα Ε. Επίσης, υπήρχε χάλκινη εικόνα του Ομήρου και βωμός του Ποσειδώνα, ενώ στο άδυτο υπήρχε το άγαλμα του Απόλλωνα και ο ομφαλός. Στο ναό έχουν γίνει εργασίες αναστήλωσης, ενώ αποσπάσματα των αετωμάτων και από τις δύο οικοδομικές φάσεις του εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών.
ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
Ο Θησαυρός των Αθηναίων ήταν από τα πιο σπουδαία και εντυπωσιακά κτίσματα του τεμένους του Απόλλωνα. Δέσποζε επάνω στην Ιερά οδό, αμέσως μετά την πρώτη προς βορρά στροφή της, δίπλα στο βουλευτήριο της πόλης των Δελφών και απέναντι από τους Θησαυρούς των Κνιδίων και των Συρακούσιων. Το μικρό αυτό κτίσμα ήταν ένα είδος θησαυροφυλακίου της Αθήνας, όπου φυλάσσονταν τρόπαια από σημαντικές πολεμικές νίκες της πόλης και άλλα αντικείμενα που είχαν αφιερωθεί στο τέμενος. Ο Θησαυρός οικοδομήθηκε από την αθηναϊκή δημοκρατία στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Μάλιστα, θεωρείται το μνημείο που εκφράζει την επικράτηση των δημοκρατικών στην Αθήνα και την εκδίωξη των τυράννων. Σύμφωνα με μία άλλη ερμηνεία, που στηρίζεται κυρίως στην περιγραφή του περιηγητή Παυσανία και στην επιγραφή που σώζεται στην πρόσοψη της νότιας κρηπίδας, ο Θησαυρός οικοδομήθηκε σε ανάμνηση της απόκρουσης του περσικού κινδύνου μετά τη μάχη στο Μαραθώνα, το 490 π.Χ.
Πρόκειται για μικρό, δωρικού ρυθμού κτίσμα φτιαγμένο από παριανό μάρμαρο με τη μορφή ναΐσκου εν παραστάσι, όπως οι περισσότεροι Θησαυροί. Τα ανάγλυφα που τον κοσμούσαν αποτελούν δείγματα υψηλής πλαστικής στην τελευταία περίοδο της αρχαϊκής εποχής και μπορούν εύκολα να συγκριθούν με τις πρώιμες ερυθρόμορφες αγγειογραφίες ως προς την κομψότητα των μορφών, τις ελαφρές αναλογίες, τις έντονες και στερεές κινήσεις, αλλά και τις τολμηρές στάσεις. Στις ανάγλυφες μετόπες του εικονίζονται οι άθλοι του Ηρακλή (οπίσθια και βόρεια πλευρά) και του Θησέα (πρόσοψη και νότια πλευρά). Η αντιδιαστολή του Θησέα με τον Ηρακλή παραπέμπει στην αλλαγή πολιτεύματος στην Αθήνα με την επικράτηση της δημοκρατίας. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται και με τη γενικότερη επικράτηση στην τέχνη του 5ου αιώνα π.Χ. της εικονογραφίας του Θησέα, ενώ κατά τον 6ο αιώνα π.Χ. κυριαρχούσε η εικονογραφία του Ηρακλή.
Στη νότια μακριά πλευρά και στην πρόσοψη του κτίσματος, δηλαδή στις πλευρές που δεσπόζουν επάνω στη στροφή της Ιεράς οδού, έχει δημιουργηθεί κρηπίδωμα που σχηματίζει τριγωνική πλατεία, όπου στις επίσημες γιορτές και πομπές οι Αθηναίοι εξέθεταν τα λάφυρα από τη μάχη του Μαραθώνα και τα άλλα τρόπαια που φυλάσσονταν μέσα στο Θησαυρό. Στους τοίχους του κτιρίου σώθηκαν πολλές επιγραφές, με κείμενα σημαντικά για τη μελέτη των αρχαίων εορτών και εθίμων, όπως η Πυρφορία, η Τριποδιφορία, η Πυθαΐς και η Δωδεκαΐς, που ήταν επίσημες πομπές των Αθηναίων στους Δελφούς, αλλά και για τη μελέτη της μουσικής, αφού στη νότια πλευρά, κοντά στην ανατολική γωνία, ήταν γραμμένοι οι δύο περίφημοι ύμνοι στον Απόλλωνα, τα μοναδικά αρχαιοελληνικά κείμενα που συνοδεύονται από μουσικό υπομνηματισμό και σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Στο εσωτερικό του Θησαυρού είναι χαραγμένα στους τοίχους σημαντικά τιμητικά ψηφίσματα για Αθηναίους, που χρονολογούνται από τον 3ο αιώνα π.Χ. και μετά, καθώς και ονόματα ενεχυροδανειστών, που χρησιμοποιούσαν το κτίριο στα μεταγενέστερα χρόνια.
 Ο Θησαυρός των Αθηναίων ήταν το μοναδικό μνημείο των Δελφών που διέθετε αρκετό από το αρχαίο του υλικό και έτσι αναστηλώθηκε από τους Γάλλους το 1906 με χορηγία του τότε δημάρχου Αθηναίων, Σπύρου Μερκούρη. Οι μετόπες του μνημείου έχουν αποσπασθεί, έχουν συντηρηθεί και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών και στη θέση τους έχουν τοποθετηθεί γύψινα εκμαγεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: