Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

ΙΤΕΑ… Αρχές του περασμένου αιώνα – Όταν τραγουδούσε το Μαρικάκι Α΄ Μέρος



ΤΟ ΜΑΡΙΚΑΚΙ
Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος

Άκουγε ο Μάνθος το Μαρικάκι να γλυκοτραγουδεί κι έλιωνε σαν το κερί !
Στου Στράτου την ταβέρνα, ότε που έφερνε «κομπανία». Κάθε βαριογιορτή.
Μια αρμαθιά οργανοπαίχτες και κειό το σεβνταλούδικο το Μαρικάκι, που ράγιζε καρδιές με τη φωνή του.
Μια τσαπερδόνα όλο τερτίπια και στη φωνή αηδόνα
Την άκουγε ο σερνικόκοσμος κι «αλλαξοπίστηζε», σαν τον καιρό στο πέλαγο.
Την άκουγε κι ο καψερός ο Μάνθος και μοσχοκάρφια κεντούσανε τα μέσα του.
Το ίδιο κι απόψε μόλις που γύρισ’ απ’ τη θάλασσα.
Είπενε να περάσει απ’ την ταβέρνα, έτσι για μια «οσμή», και στο κατόπι να πάγαινε για ύπνο, μια κι έπρεπε πουρνό-πουρνό το δίχτυ του να σηκώσει.
Ότε όμως που δρασκέλισε το κατώφλι και την αντίκρυσε απάνω στο σανίδι, στο φτενό φέγγος του μαγαζιού, στην αλεγκρία και στα νεραϊδοτσακίσματά της, έχασε το μπουσουλά του !

Τρυγώνα π’ αναπετάριζε τα φτεράκια της !
Κι είχενε πιάσει το βλογημένο θηλυκό κι ένα Σμυρνέϊκο χαβά, που λόξεψε ευτύς ο νούς του.
«Θα σπάσω κούπες, για τα λογάκια που’ πες…
Θα σπάσω και ποτηράκια, για τα πικρά λογάκια…»
Λωλάθηκε ο φτωχός ψαράς και στρώθηκε σε μια καρέκλα παραγγέλνοντας μισή οκά μπρούσκο, από κείνο, το δυνατό, τ’ Αραχωβίτικο που του διαγούμιζε γλυκά τα σωθικά !
Στο μεταξύ το Μαρικάκι να ξεστρατίζει απ’ τα Σμυρνέϊκα, στα τσάμικα, στα καλαματιανά, να’ χει κι ο «Θρούμπακας» πιάσει το κλαρίνο του και να γλυκαίνει ο τρόγυρος, να μαλακώνουν, να πεταρίζουν οι καρδιές κι άϊντε να μαϊνάρεις της μουσικής την αληθωσύνη και την εμορφιά που αγάλι-αγάλι διαπότιζε τα μέσα του φτωχού ψαρά.
Χάθηκε μέσα στο βράσιμο τέτοιου κεφιού, αλλαξοστράτισε τόσο που ξάφνου σηκώθηκε σαν να τον τσούμπησε «μαμούνι», έφτυσε ένα κοσόφραγκο και το κόλλησε στο κούτελο του «Θρούμπακα» και στο κατόπι σήκωσε τα χέρια του ψηλά, λες κι ήθελε να αγγίξει ουρανό.
 
Σκόρπισε το ντέρτι ! Περπάτησε ο καημός, η λεβεντιά, αβγάτησε το φως στ’ αποσταμένα μάτια του, γέλασε κι η ψυχή του, λες κι ήτανε βαριογιορτή, Απρίλης, ΠΑΣΧΑΛΙΑ !
Ψυχανεμίστηκε στους γύρους, στα τσακίσματα ο Μάνθος. Χόρεψε για ώρες, ήπιενε και τα τραταρίσματα των ομόπιστων θαλασσινών και των καμηλιέρηδων και βγήκενε στο τέλος, χορτάτος πλιόνε απ’ το πιοτί και το χορό στης νύχτας τη δροσιά.
Νοιάσματα τον συνέφεραν. Της φαμελιάς και των παιδιώνεν του. Είχενε κι απ’ την άλλη και τους καμηλιέρηδες που καρτερούσανε το δίχτυ του να σηκώσει για ν’ αγοράσουν ψάρια. Έτσι γινότανε συνήθως, ότε που ‘ρχότανε το μπάρκο η «ΝΑΥΣΙΚΑ».
Οι καμηλιέρηδες, ντόπιοι αγωγιάτες, ξενομπάτες από τα γυροχώρια, πλέμπα και προσφυγιά που φτάσαν στην Ι Τ Ι Α για το ψωμί κι αφεντικά από τα ΣΑΛΩΝΑ, τη ΛΑΜΙΑ, που αγοράσανε, νοικιάσανε καμήλες για τα βαριά κι αλαργινά φορτία, ότε που οσμιστήκανε δουλειά, παράδες και πολυκαίριση ανάγκης για μεταφορές από του λιμανιού την άπλα.
Κι όλοι τους ψηθήκανε με τον καιρό σ’ αλαργινές διαδρομές, γιομίσαν χάνια τα περάσματα, γενήκανε αγάλι-αγάλι νταβραντισμένη μιας πυτιάς θαρρείς γενιά και πάγαιναν με χιλιολογίτικες πραμάτειες, αλάτι και ξεχωριστά καλούδια, στην ΑΓΙΑ ΕΥΘΥΜΙΑ, στο ΣΕΡΝΙΚΑΚΙ, στο ΧΡΙΣΣΟ, στο ΚΑΣΤΡΙ και στην ΑΡΑΧΩΒΑ, στον ΠΑΡΝΑΣΣΟ ψηλά !
Κι ανοίγαν με το φτάσιμό τους, του κάθε τόπου οι καρδιές !
Συνάζονταν τρόγυρά τους η πλέμπα, της αγοράς οι αφεντάδες, παρατρεχάμενοι, τσοπαναραίοι, των καφενέδων καραφέρια και του λακιρντί κι όλοι τους απογυρεύανε να μάθουνε του λιμανιού τα νέα, να δούνε τις πραμάτειες, ν’ ακούσουν απ’ το στόμα τους, αν απαντήθηκαν μεσοστρατίς με λησταριό κι αν στο κατόπι τους ερχότανε μουσαφιριό, ξενούρα με κάρα και χωροφυλάκους.
Κι οι καμηλιέρηδες, κοντακιανοί και άλλοι αψηλοί, μεσόκοποι, παλληκαράκια και γέροντες κοτσονάτοι, να μολογάν για τη βροχή που έφαγαν, το λασπουριό και τις ξεχωριστές παραγγελιές που φέρναν στα ταγάρια τους, ψάρια, γλυκίσματα και γιατροσόφια, γι’ ανήμπορους, αρχοντοφαμελιές, κόρες λουλουδάτες και για τους κεφαλάδες.
Ο τόπος μου τα χρόνια εκείνα, είχενε γύρω στις 3700 ψυχές.
Κι ανάμεσά τους μια αρμαθιά εμπόροι, σιδεράδες, σαμαράδες, σκυτορράφτες για τσαρούχια κι αμπαδορράφτες για πατατούκες.
Είχενε και τοκιστές !

 Μ’ ας τους αφήσουμε αυτούς μια κι ήσαντε λιγοστοί. Δυο !!
Ας πάμε στους εμπόρους.
Πρώτος λοιπόν και έμπορας καλός, ο Χρήστος Ι. Παπασταθόπουλος, με γενικό εμπόριο, αλλά και πραχτορείο βιβλίων και εφημερίδων, που τις πρωτόφερε στα 1908 και η τιμή της μιας 25 λεπτά !
Άλλος τρανός και ξακουστός, έμπορας πετσωμένος ο Σμυρνιός !
Γενικό εμπόριο, χιλιολογίτικο. Και το μεγάλο πρόβλημά του, όπως και όλων των άλλων, η μεταφορά της πραμάτειας απ’ την Ι Τ Ι Α.
Κι αυτό είχενε να κάμει με της εποχής το λησταριό, που βγαίνανε μπροστά και ξάφριζαν ότι καλό. Ασίκης όμως ο Σμυρνιός, είχενε και θηλυκό μυαλό !
Ότε που έφτανε το μπάρκο με τις πραμάτειες στην Ι Τ Ι Α, έστελνε το Νικολή το Μαυρεπή, πατέρα του σημερινού Γιώργη Μαυρεπή, που τότενες νιός ήτανε, αψιός και γοργοπόδαρος σαν άτι γιοργαλίδικο από κρυφοπεράσματα κι αγριοτόπια, να πάει στο λιμάνι κατάσαρκα έχοντας στον κόρφο του, για τις πραμάτειες κρυμμένον τον παρά.
Συνεχίζεται...


 




 

 






 





 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Συγχαρητήρια σ αυτούς που με τις σημοσιεύσεις αυτές , συμβάλλουν στην ανάδειξη των ιστορικών πτυχών της ζωής του τόπου μας και τονίζουν την συνείδηση τοπικισμού που είναι απαραίτητη στην συνοχή της κοινωνίας τους πολύ δύσκολους καιρού ςπου διερχόμαστε . Και πάλι εύγε !!