Ας μην ξεχνάμε πώς ξεκίνησε ο εξευτελισμός των ΗΠΑ
Η επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει μονομερώς σε στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν φαινόταν από την πρώτη στιγμή ότι θα εξελισσόταν στη σοβαρότερη στρατηγική αποτυχία της προεδρίας του. Μήνες αργότερα, το καθεστώς της Τεχεράνης παραμένει στην εξουσία, διατηρεί τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου της χώρας και σημαντικές δυνατότητες σε πυραυλικά συστήματα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ απέδειξε ότι μπορεί να απειλήσει τη διεθνή ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Ακόμη κι αν οι διαπραγματεύσεις ολοκληρωθούν με συμφωνία, το τελικό αποτέλεσμα θα διαφέρει ελάχιστα από το σημείο στο οποίο βρίσκονταν τα πράγματα πριν από την έναρξη του πολέμου, με μοναδική διαφορά το δυσθεώρητο οικονομικό κόστος, τις χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες στη Μέση Ανατολή, τις απώλειες Αμερικανών στρατιωτών και την περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων της Ουάσιγκτον με τους συμμάχους της.
Πώς «συνδέεται» ο Κούσνερ με το Ιράν
Η ευθύνη, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, δεν βαραίνει αποκλειστικά τον Τραμπ. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να πίεσε υπέρ της στρατιωτικής επιλογής, ενώ σημαντικός ρόλος αποδίδεται και στους δύο βασικούς διαπραγματευτές της αμερικανικής πλευράς, τον Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ, που θεωρούνται άπειροι και πιστεύεται ότι οι λανθασμένοι χειρισμοί τους συνέβαλαν στην κλιμάκωση της κρίσης.
Ιδιαιτέρως ο Κούσνερ, ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων. Την περίοδο των διαπραγματεύσεων, αναζητούσε δισεκατομμύρια δολάρια από περιφερειακούς αντιπάλους του Ιράν για το επενδυτικό του fund, Affinity Partners, ενώ διατηρεί εδώ και δεκαετίες στενή προσωπική σχέση με τον Νετανιάχου.
Ο Κούσνερ υιοθέτησε πλήρως την άποψη ότι το Ιράν βρισκόταν ένα βήμα πριν από την απόκτηση πυρηνικού όπλου, θέση που αμφισβητείται από πολλούς ειδικούς σε θέματα πυρηνικής ασφάλειας. Παράλληλα, εμφανίζεται να υποτίμησε τον τρόπο με τον οποίο διεξάγει διαπραγματεύσεις η ιρανική ηγεσία, ενώ η έντονα αρνητική στάση του απέναντι στην Τεχεράνη ήταν ήδη γνωστή.
Επιπλέον, ο Κούσνερ έχει στενές σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και οι οικονομικές του διασυνδέσεις με χώρες της περιοχής ενίσχυσαν τις ανησυχίες για πιθανή σύγκρουση ιδιωτικών και δημόσιων συμφερόντων. Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να αγνόησε αυτούς τους κινδύνους, επιτρέποντας σε πρόσωπα με περιορισμένη εμπειρία αλλά έντονη ιδεολογική τοποθέτηση να καθορίσουν την αμερικανική στρατηγική.
Κεντρικό σημείο της κριτικής αποτελεί το Μνημόνιο Κατανόησης (Memorandum of Understanding – MOU) που ακολούθησε τον πόλεμο. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, η συμφωνία προβλέπει τη σταδιακή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν, την αποδέσμευση δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων ύψους τουλάχιστον 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων και την εκπόνηση σχεδίου ανοικοδόμησης της χώρας, συνολικού ύψους τουλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ωστόσο, παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με το ποιος θα χρηματοδοτήσει το σχέδιο, με ποιον τρόπο θα διατεθούν τα χρήματα, ποιες ασφαλιστικές δικλίδες θα υπάρχουν και ποιο μέρος του κόστους θα επιβαρύνει τελικά τους Αμερικανούς φορολογουμένους.
Αναλυτές χαρακτηρίζουν το αποτέλεσμα στρατηγική ήττα της προσέγγισης που εξέφραζε ο Κούσνερ απέναντι στη Μέση Ανατολή. Κατά την άποψή τους, η φιλοϊσραηλινή πολιτική σε συνδυασμό με μια λογική επιχειρηματικών συναλλαγών δεν απέδωσε, ενώ ο πόλεμος απέδειξε τα όρια αυτής της στρατηγικής.
Ο Κούσνερ εξακολουθεί να συμμετέχει στις συνομιλίες με το Ιράν
Παράλληλα, ειδικοί στον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών εκτιμούν ότι η συμφωνία δεν επιλύει το βασικό πρόβλημα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Παραμένουν ασαφή ζητήματα όπως η τύχη του εμπλουτισμένου ουρανίου, οι μηχανισμοί επαλήθευσης και οι όροι που θα διασφαλίσουν ότι το Ιράν δεν θα μπορέσει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο στο μέλλον.
Παρότι οι συνομιλίες συνεχίζονται, οι πληροφορίες για την πρόοδό τους παραμένουν αντιφατικές. Ο Κούσνερ εξακολουθεί να συμμετέχει στη διαδικασία χωρίς δημόσιες παρεμβάσεις, ενώ διαφορετικά μηνύματα εκπέμπονται από την αμερικανική κυβέρνηση και την ιρανική πλευρά σχετικά με το ενδεχόμενο διεθνών επιθεωρήσεων στις πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι μια αποτελεσματική συμφωνία εξακολουθεί να είναι εφικτή, υπό την προϋπόθεση ότι η αμερικανική πλευρά θα αλλάξει τη διαπραγματευτική της προσέγγιση, θα προχωρήσει σε ουσιαστικές απευθείας συνομιλίες με την Τεχεράνη και θα αξιοποιήσει περισσότερο την τεχνογνωσία επιστημόνων και ειδικών στον τομέα της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί ακόμη έναν κρίκο σε μια μακρά αλυσίδα αποτυχημένων επιχειρηματικών και πολιτικών επιλογών από την πλευρά του Κούσνερ. Υπενθυμίζει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στο παρελθόν ως επιχειρηματίας στον χώρο των ακινήτων και των μέσων ενημέρωσης, καθώς και τις στενές σχέσεις που ανέπτυξε με κυβερνήσεις όπως της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Κατάρ, της Ρωσίας και του Ισραήλ.
Παρότι οι Συμφωνίες του Αβραάμ αποτέλεσαν σημαντικό διπλωματικό επίτευγμα, παραμέρισαν το παλαιστινιακό ζήτημα και, σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις, συνέβαλαν στη διαμόρφωση των συνθηκών που προηγήθηκαν της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και του πολέμου που ακολούθησε στη Γάζα.
Ο πόλεμος με το Ιράν απ’ ό,τι φαίνεται αποτελεί ακόμη μία περίπτωση στην οποία ο Τζάρεντ Κούσνερ όχι μόνο δεν πέτυχε τους διακηρυγμένους στόχους του, αλλά συνέβαλε σε μια εξέλιξη με βαρύ πολιτικό, οικονομικό και γεωστρατηγικό κόστος, ενώ ο ίδιος διατήρησε ανέπαφα τα προσωπικά και επιχειρηματικά του συμφέροντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου