Κυριακή 9 Απριλίου 2017

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Θεοφίλου M.D, Student Ph.D E.K.Π.A


 Ο Χριστός μπαίνει στα Ιεροσόλυμα χωρίς τη βασιλική πολυτέλεια, καθισμένος «ἐπὶ πώλου ὄνου», αντί για ροδοπέταλα και τελετές, τα μικρά παιδιά κουνούν τα βάγια των φοινίκων, αντί να τον υποδεχτούν οι πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες του τόπου, είναι αυτοί που πρωτοστατούν συνωμοτικά εναντίον του. Αντί να μοιράσει υλικά αγαθά, προσφέρει λόγια αγάπης, θυσίας, και αιωνιότητας, προσφέρει νόημα ζωής τόσο επίγειας όσο και αιώνιας. Σ᾿ έναν λαό που ζητά να χορτάσει την μόνιμη υλική του πείνα, ο Χριστός προσφέρει την πνευματική τροφή και «τὸ ζῶν ὕδωρ», που θεραπεύει τις υπαρξιακές ανάγκες του ανθρώπου και του δίνει την ελπίδα της υπέρβασης του θανάτου. Τον συνοδεύουν οι Απόστολοι, μερικοί ταπεινοί ψαράδες, κάποιοι φοβισμένοι άνθρωποι, που λίγο μετά θα σκορπίσουν στην ανηφόρα των Παθών.

 Κάποιες φορές  οι περισσότεροι από εμάς, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι ἡ πίστη στο Θεό είναι περίπου μία μαγική βεβαιότητα, η οποία ανταποκρίνεται στην ανάγκη μας να υπερβούμε τους όποιους φόβους και την ανασφάλειά μας αναφορικά με το θάνατό  και το τι υπάρχει μετά απ’ αυτόν. Άλλοι, έχουμε την ψευδαίσθηση πως ἡ πίστη συνεπάγεται, την αλλαγή της εξωτερικής συμπεριφοράς του ανθρώπου. Οι περισσότεροι πιστεύουμε πως η θρησκεία βοηθάει τον άνθρωπο να γίνεται καλύτερος, ώστε να ανταποκρίνεται στα κοινωνικά και εκπαιδευτικά  standards και  ιδεώδη. Κάποιοι άλλοι, ακολουθούμε την πίστη από παράδοση και συνήθεια, έτσι μάθαμε, ενώ οι νεώτεροι νιώθουν την καταπίεση των μεγαλυτέρων, για μία έστω εθιμοτυπική παρουσία στην Εκκλησία, ιδίως τις μέρες αυτές.

 Εδώ είναι που έρχεται να παίξει αποφασιστικό ρόλο ἡ παρουσία της Εκκλησίας ως θεσμικού παράγοντα  του κράτους και της κοινωνίας.  Δεσμευμένοι από την ιστορική θέση της Εκκλησίας στην ελλαδική πραγματικότητα, έχουμε συνηθίσει τους «άρχοντες», να παρουσιάζονται στις δοξολογίες και τις μεγάλες εορτές και να παίρνουν περίοπτη θέση μέσα στους Ναούς. Όλα τα μεγάλα έργα να ξεκινούν με αγιασμό, το ίδιο και οι πολιτικές, κοινωνικές, εκπαιδευτικές και λοιπές εκδηλώσεις. Έτσι, δυσκολευόμαστε να αποτινάξουμε από πάνω μας, αυτή την εικονική θεσμοποιημένη πραγματικότητα, που αφορά τη πίστη και τη θρησκεία,  και μας κάνει να αδυνατούμε να δούμε τη βαθύτερη ουσία της.

 Η σύγχρονη εποχή μας, μιλάει με ανούσια λόγια, με ψέματα, με τρόπους και μεθόδους ρηχούς και επιφανειακούς. Ο Χριστός προσφέρει αγάπη, ουσία και σωτηρία. Αρκεί να είμαστε έτοιμοι, να αναλάβουμε οι ίδιοι μυροφόροι στο πρόσωπό Του. Τότε τα δάκρυα της λύπης θα μεταμορφωθούν στη πιο γλυκιά χαρά, εκείνη της αποδοχής μας όπως είμαστε, αυτή της εύρεσης της αυθεντικής επικοινωνίας με έναν Θεό αγάπης που δεν απορρίπτει, αλλά σώζει τον άνθρωπο μαζί με την  κοινωνία. Η ταπείνωση του Χριστού που ένιψε τα πόδια των μαθητών Του, είναι καρπός της ευσπλαχνίας του, μιας καρδιάς που αγαπά δίχως όρια και προαπαιτούμενα τον άνθρωπο. Που οδηγεί στο Θείο δρόμο, αυτό της προσφοράς και όχι της ανταμοιβής. Είναι ένα ήθος σπάνιο και δυσεύρετο, τόσο τότε όσο και σήμερα, αφού ἡ ευτυχία πάντα μετριόταν με την αυτοϊκανοποίηση του ανθρώπινου εγωισμού. Όλη ἡ πορεία του Ναζωραίου δεν υπήρξε τίποτε άλλο εκτός από ταπείνωση. Κι όσοι τον ακολουθήσουν, αυτό το δρόμο καλούνται να διαβούν. Αν η θρησκευτικότητα σήμερα αποτυγχάνει να οδηγήσει την πλειοψηφία των θρησκευόμενων στη γνήσια πίστη, αυτό οφείλεται περισσότερο στο  γεγονός, ότι δεν φαίνεται κανείς να νίπτει τα πόδια του κόσμου, να του προσφέρεται ολόψυχα δίχως να προστάζει, να διακονεί δίχως να εξουσιάζει. Ίσως, γιατί ἡ ταπείνωση δεν κραυγάζει, όπου κι αν αυτή υπάρχει. Και είναι σίγουρο ότι υπάρχει. Άλλωστε, χάρη σε αυτή  την κρυμμένη διακονία, συνεχίζει να υπάρχει αυτό το μικρό λείμμα των συνειδητοποιημένων πιστών, που θα παλεύει για την μεταμόρφωση του κόσμου. Που θα σκουπίζει με το λέντιο των δακρύων και της προσευχής, τα κουρασμένα πόδια όσων πορεύονται, στον αγώνα της ζωής.

 «Μισῶν ἐφίλει, φιλῶν ἐπώλει». Μ᾿ αυτή τη φράση η υμνολογία της Εκκλησίας περιγράφει τη στάση του Ιούδα απέναντι στο Χριστό. Μία φράση κοφτή, σύντομη, απλή, που κρύβει πόνο. Το μίσος, το φιλί, η αγοραπωλησία. Τρεις στάσεις που στην περίπτωση του Ιούδα συναρμόζονται, σε μία ακολουθία τραγωδίας για την ύπαρξη του μαθητή, αλλά και για πολλούς ανθρώπους, που βρίσκονται στη θέση του και σήμερα. Το μίσος που εκφράζεται με φίλημα, μία τελείως παράδοξη και αντιφατική συμπεριφορά. Το φιλί, ἡ κορυφαία απόδειξη της αγάπης, ὁ τρόπος που κανείς δείχνει ότι τον συνδέει με κάποιον. Η αγοραπωλησία, ο υποβιβασμός των συναισθημάτων σε επίπεδο συναλλαγής, ο άνθρωπος που ξεπουλιέται για να ικανοποιηθεί το συμφέρον του, τα τριάκοντα αργύρια που δείχνουν την δουλεία του ανθρώπου στο εγώ, στον κακό εαυτό του, στο ψεύτικο. Η σχέση του μαθητή με το διδάσκαλο, όχι κάποια σχέση διαφωνίας, αντίθεσης, διαφορετικής άποψης, αλλά ισοπέδωσης και καταστροφής.

 Κι όμως, υπάρχει κάπου μία μορφή,  που ενώ ανήκει στους δευτεραγωνιστὲς του Πάθους, στην ουσία εκφράζει πολλά περισσότερα από τον εαυτό της. Είναι ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, βουλευτής εκείνης της εποχής, και ταυτόχρονα κρυφός μαθητής του Ιησού, ο οποίος «τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλάτον καὶ ἠτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Το ζήτησε, το πήρε και το έθαψε, Με μία απλότητα στα αλήθεια συγκινητική, που αποδεικνύει την αγάπη του, προς το νεκρό Διδάσκαλο, αλλά και ταυτόχρονα, ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα, να είναι κάποιος στο προσκήνιο, για να προσφέρει εκείνο, που βαθιά η καρδιά του νιώθει.  Ως «εὐσχήμων» χαρακτηρίζεται ο Ιωσήφ από τον ευαγγελιστή, που αυτό σημαίνει ξεχωριστός, διαλεχτός, αρχοντικός. Κανείς δεν θα περίμενε από αυτόν να δείξει μία τέτοια τόλμη, ωστόσο τα θαύματα γίνονται από αυτούς, που δεν το περιμένει κανείς. Εκεί που οι αγαπημένοι μαθητές του Κυρίου, κρύφτηκαν από φόβο μην οδηγηθούν στα ίδια μονοπάτια με τον Ιησού, ὁ προσδεχόμενος την βασιλεία του Θεού Ιωσήφ, δεν διστάζει να προσφέρει τις τελευταίες φροντίδες σ’ Αυτόν πού πιστεύει, καταπλήσσοντας τόσο τον Πιλάτο και τους γύρω του, ίσως και αυτό τον ίδιο του τον εαυτό του.

 Αν ἡ Εκκλησία κομίζει κάποιο μήνυμα στο σύγχρονο  άνθρωπο και στο κόσμο, αυτό το μήνυμα έγκειται στη συντριβή και την καταπάτηση του θανάτου. Ο θάνατος αποτελεί τον έσχατο εχθρό μας, τον τρόμο που συντρίβει τη ζωή μας, το πλέον ακατανόητο και ανερμήνευτο γεγονός. Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με τη λογική του στο ερώτημα, «γιατί πεθαίνουμε;». Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει αυτή την μοναδικά σίγουρη, βεβαιωμένη κοινή προοπτική. Ο θάνατος δεν αποτελεί μόνο το βιολογικό τερματισμό του ανθρώπου, αλλά και το σταματημό  σε κάθε τι, που φθείρει το σώμα και τη ψυχή, το κακό, την ακόρεστη ικανοποίηση των επιθυμιών, το άγχος, την φθορά, το πόνο και την  αρρώστια. Μα πάνω και πέρα απ’ όλα, θάνατος είναι ἡ απομάκρυνση από αυτό τον ίδιο το Θεό, από την μοναδική ελπίδα μας. Θάνατος είναι η απώλεια κάθε ελπίδας. Θάνατος είναι όταν κανείς δεν αγαπά και δεν αγαπιέται. Θάνατος είναι η μοναξιά και η ιδιορρυθμία. Θάνατος είναι κάθε απώλεια νοήματος και δίψας για τη ζωή.

 Ο Ιησούς Χριστός, «σαββατίσας τῇ σαρκί, ἀλλὰ κηρύξας τὴν Ἀνάστασιν καὶ εἰς ὃ ἦν πάλιν ἐπανελθών, διὰ τῆς ἀναστάσεως, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον». Αυτόν προβάλλει η Εκκλησία  ως τον Θεάνθρωπο και διδάσκαλο του τρόπου νίκης εναντίον του θανάτου. Αυτός είναι η Ανάσταση και ἡ Ζωή. Αφού η ζωή που προτείνει Αυτός, δεν περιλαμβάνει τίποτα από το θάνατο του κόσμου. Αλλά είναι η αγάπη προς το Θεό και το συνάνθρωπο, η πνευματική πάλη, ο αγώνας και η άσκηση, είναι το ξεπέρασμα του νοσηρού εγωκεντρικού εαυτού, είναι ἡ χαρά της κοινωνίας μ’ Αυτόν. Όλα αυτά βιώνονται, μέσα στην Εκκλησία, της οποίας είμαστε όλοι μέλη, με σκοπό να ζήσουμε την Ανάσταση με την ψυχή και το σώμα μας.

 Αν στις μέρες μας το μήνυμα της Εκκλησίας έχει μετατραπεί σε ξύλινο κήρυγμα, στείρα ηθικολογία και κενή περιεχομένου ιδεολογία, γι’ αυτό φταίμε όλοι μας ανεξαιρέτως, όλοι όσοι αρνούμαστε να ζήσουμε την Ανάσταση. Όμως, το τελικό νόημα της Μεγάλης Εβδομάδας, δεν είναι άλλο απ’ αυτό. Είναι η πορεία όχι μόνο του Θεανθρώπου, αλλά και του κάθε θνητού ανθρώπου, από τον Γολγοθά του Πάθους και των ανθρωπίνων παθών στην Ανάσταση της ατελεύτητης χαράς και της νίκης ενάντια στο θάνατο. Εφέτος ας διαλέξουμε αυτή  την ξεχωριστή  εσωτερική χαρά και ελπίδα, κι ας είμαστε σίγουροι ότι το «θανάτῳ θάνατον πατήσας», ισχύει και για εμάς όπως και  για όλους, ας γευτούμε ολόψυχα όλοι, αυτή τη χαρά μιας άλλης βιωτής.  Έφτασε ξανά και πάλι το Πάσχα, «ἑορτῶν ἑορτὴ καὶ πανήγυρις πανηγύρεων», όπως χαρακτηριστικά μας υπενθυμίζει,  ένα από τα τροπάρια της κυριώνυμης εορτής. Ευρισκόμενοι όμως μέσα στον ορυμαγδό μηνυμάτων, διαφημίσεων, προτιμήσεων καταναλωτικών ειδών, προκύπτει το ζήτημα του πραγματικού νοήματος των ημερών. Έτσι χάνουμε τις περισσότερες φορές, το αληθινό περιεχόμενο της εορτής, και το αντικαθιστούμε με υποκατάστατα, όπως είναι όλος αυτός ὁ καταναλωτικός θόρυβος. Συνειδητά ή ασυνείδητα προσπερνούμε την ουσία και μένουμε στο κέλυφος.
 Τί τελικά όμως είναι και τι δεν είναι το Πάσχα;
Ø  Πάσχα δεν είναι το αρνί ούτε το κόκκινο αυγό, δεν είναι το τσουρέκι ούτε  η λαμπάδα, δεν είναι τα καινούργια ρούχα ούτε ἡ παρουσία μας στην Εκκλησία δέκα λεπτά πριν από το «Χριστός Ανέστη», και ένα λεπτό μετά. Πάσχα δεν είναι ἡ λατρεία του φαγητού, ο οβελίας, το πανηγύρι, ο χορός και το ποτό. Πάσχα δεν είναι οι σούβλες στο δρόμο, δεν είναι η ανταλλαγή ευχών ούτε η επιστροφή στο χωριό. Ή, τουλάχιστον αν θέλετε, δεν είναι μόνο αυτά.
Ø  Πάσχα είναι πέρα και πάνω απ’ όλα η γεύση της Βασιλείας του Θεού, η φωνή του Ουρανού που έρχεται μέσα μας, όποτε μεταλαμβάνουμε στη Θεία Λειτουργία. Τότε η ψυχή μας, έστω και για λίγο, μεταμορφώνεται, ηρεμεί, νιώθει κάτι από τη συγγνώμη και την αγάπη που ανατέλλουν μέσα από τον Τάφο. Τότε, νιώθουμε πως μ’ όλο τον κόσμο είμαστε αδέλφια, γιατί μετέχουμε του κοινού ποτηρίου της Ζωής.
Ø  Πάσχα είναι η αλλαγή της ζωής μας, η προσωπική ανάστασή μας από τα πάθη και τις κακίες που μας βασανίζουν. Δεν αξίζει να λέμε ότι ήρθε το Πάσχα κι εμείς να μην είμαστε συμφιλιωμένοι με τον Θεό, με τον συνάνθρωπο, με  τον γείτονα, με τον εαυτό μας, ότι δεν νιώθουμε πιο ελεύθεροι από τα δεσμά της κακίας και του θανάτου. Πάσχα άλλωστε είναι αυτή η ίδια, η συντριβή του έσχατου εχθρού της ανθρώπινης φύσης, που είναι ὁ θάνατος: «Θανάτω θάνατον πατήσας...»
Ø  Πάσχα είναι η αφορμή για ενότητα, ενότητα και συμφιλίωση μεταξύ των λαών και των κοινωνιών. Δεν γίνεται να λέμε ότι γιορτάζουμε την Ανάσταση και παράλληλα ο πόλεμος και ἡ διχόνοια, να κυριαρχούν στις ψυχές μας. Δεν γίνεται να λέμε ότι πιστεύουμε στα μηνύματα του Χριστού, να επικαλούμαστε τη χριστιανική ιδιότητά μας, και ταυτόχρονα να συντρίβουμε λαούς, υπολήψεις, αξιοπρέπειες, συνειδήσεις, συνανθρώπους, πλησίον, αδελφούς μας. Δεν γίνεται να κάνουμε Πάσχα με κακία για τους άλλους, όποιοι κι αν είναι αυτοί οι άλλοι,  ότι κι αν μας έχουν κάνει.

 Την ώρα της Ανάστασης, η φύση βάζει την πιο λαμπρή και πολύχρωμη φορεσιά της. Η Ανάσταση αποτελεί την κορυφαία εορτή της χριστιανοσύνης,  αφού αποτυπώνει το θρίαμβο της αγάπης και της ζωής. Ο Χριστός αγαπά τον καθέναν και την καθεμιά από εμάς,  και ζει αναστημένος μέσα στη καρδιά του καθενός και της καθεμιάς από εμάς, που το επιθυμεί. Μας καλεί να ξαναβρούμε το αληθινό νόημα του Πάσχα, το οποίο φωλιάζει στη Λαμπριάτικη ατμόσφαιρα, όχι μόνο αισθητά εξωτερικά, αλλά κυρίως υπεραισθητά εσωτερικά. Επειδή εκεί βρίσκεται το μόνο και αληθινό νόημα, δηλαδή στην εσωτερική μεταμόρφωση της καρδιάς μας, με τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού.
Καλή Ανάσταση σε όλους και όλες!!! 

Δεν υπάρχουν σχόλια: