Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

Όταν ο αείμνηστος Ιτιώτης αρχαιολόγος Θύμιος Μαστροκώστας ανακάλυπτε θαμμένους θησαυρούς : τα "Δύο μαρμάρινα αδέρφια από το Μαρκόπουλο" - Η Ιστορία ενός λαού πίσω από μια ανασκαφή ...

Αναδημοσίευση (10/7/2019)

Ο ανασκαφέας Ε. Κακαβογιάννης και ο έφορος Αρχαιοτήτων Ε. Μαστροκώστας την ώρα της αποκάλυψης των αγαλμάτων. Επιγραφικό Μουσείο, Αρχείο Ευθ. Μαστροκώστα. Από το βιβλίο Οι μεγάλες στιγμές της ελληνικής αρχαιολογίας, εκδόσεις Καπόν. 


Περίπου 720 χρόνια μετά τις απεγνωσμένες μέρες των κατοίκων της μυκηναϊκής Αθήνας, ένας νέος εφιάλτης έφτασε έξω από τις πύλες της πόλης. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. η τερατώδης πολεμική μηχανή του Ξέρξη, έχοντας σφαγιάσει τους ήρωες των Θερμοπυλών, κατέβαινε για να συναντήσει τον ενωμένο στόλο των Ελλήνων στη Σαλαμίνα. Η Αθήνα έπρεπε να εκκενωθεί από τον πληθυσμό της, που βρισκόταν σε πρωτοφανή υπερένταση. Οι πάντες άδειαζαν τα σπίτια τους απ' ό,τι μπορούσε να κουβαληθεί, έπαιρναν τους γέροντες στην πλάτη και αποχωρούσαν από τη γη τους, γνωρίζοντας ότι θα την έβρισκαν αγνώριστη όταν με το καλό επέστρεφαν. Μη γνωρίζοντας καλά καλά αν θα επέστρεφαν. Γιατί είχαν ακούσει πολλά για τους Πέρσες, που άφηναν καμένη γη και θάνατο στο πέρασμά τους. Μέσα στις προετοιμασίες ήξεραν ότι δεν θα μπορούσαν να πάρουν μαζί τους τα πολυτιμότερα αγαθά του τόπου τους, αυτά που σέβονταν περισσότερο και που θα δέχονταν την πιο ανίερη επίθεση, δηλαδή τους τάφους και τα λατρευτικά αγάλματα. Έτσι, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποκρύψουν ό,τι γινόταν. Όσα από αυτά προλάβαιναν. 

Σύντομα, όλοι οι στρατεύσιμοι άνδρες μπήκαν στα πολεμικά πλοία και κατευθύνθηκαν στα νερά της ναυμαχίας. Ο άμαχος πληθυσμός κατέφυγε στην Τροιζήνα, στην Αίγινα και στη Σαλαμίνα, όπου οι κάτοικοι δέχτηκαν με καλοσύνη τους πρόσφυγες, τους οποίους κανείς δεν διανοήθηκε να αποκαλέσει «λαθραίους». Κι όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιστάσεις, βρέθηκαν ορισμένοι περίεργοι που αποφάσισαν να μείνουν πίσω. Όχι από ηρωισμό, αλλά από δυσπιστία, καθώς ο χρησμός της Πυθίας κάτι έλεγε για «το ξύλινο τείχος που απόρθητο θα μείνει». Πεντακόσιοι γέροντες, διάφοροι «πένητες» και κάτι άλλοι αρνήθηκαν να το κουνήσουν, βέβαιοι ότι αν κάποιος κάνει λάθος, δεν είναι αυτοί.   

Πολλά χρόνια μετά, τον Φεβρουάριο του 1972, στα δυτικά του δρόμου από το Μαρκόπουλο προς τα Καλύβια Αττικής ξεκίνησε η τελευταία ανασκαφική έρευνα στον αγρό του Σπυρίδωνα Παναγιώτου, κάτω από τον οποίο απλωνόταν το νεκροταφείο του αρχαίου Δήμου του Μυρρινούντος. Την ανασκαφή διηύθυνε ο έφορος Αρχαιοτήτων Ευθύμιος Μαστροκώστας και διενεργούσε ο νεαρός τότε επιστημονικός βοηθός Ευάγγελος Κακαβογιάννης. Ο τελευταίος είχε αποφασίσει να πείσει τον προϊστάμενό του να επεκτείνουν το σκάμμα στον γειτονικό αγρό του Γεωργίου Χασιώτη, γιατί είχε βάσιμες υποψίες ότι κάτι κρυβόταν εκεί. Με τα πολλά, ο έφορος Αρχαιοτήτων δέχτηκε να γίνει μια διερευνητική τομή, που θα διαρκούσε μόνο μία μέρα, και περίμενε ήσυχος την ειδοποίηση της λήξης των εργασιών.   

Το πρωί της Πέμπτης 18 Μαΐου 1972 η σκαπάνη συνάντησε τη δεξιά πλευρά ενός μαρμάρινου κούρου μαζί με ένα θαυμάσιο άγαλμα κόρης από ζωγραφισμένο μάρμαρο, που ήταν θαμμένα σε έναν πρόχειρο αρχαίο λάκκο διαστάσεων 0,9x1,95 μ. Κανείς από το συνεργείο δεν πίστευε στα μάτια του, ενώ έκθαμβοι έμειναν ο διευθυντής της ανασκαφής, που έσπευσε από την Αθήνα, και πολλά μέλη των ξένων αρχαιολογικών σχολών που τον ακολούθησαν. Η κόρη Φρασίκλεια, που, όπως μας πληροφορεί το βάθρο της, «θα καλείται για πάντα κόρη, αφού οι θεοί αντί για γάμο της όρισαν αυτό το όνομα», είχε τοποθετηθεί στην αγκαλιά του ανώνυμου κούρου, που οι περίοικοι ονόμασαν «αδελφό της», όταν τα είδαν να βγαίνουν ζωντανά από το χώμα. Τις επόμενες μέρες ο αθηναϊκός Τύπος γέμισε ειδήσεις και εικόνες της ανακάλυψης των αγαλμάτων, που ήδη είχαν ξεκινήσει να συντηρούνται στα εργαστήρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, στην έκθεση του οποίου παραμένουν ως σήμερα. 

---------------------------------------------------------------------
Οι επιγραφές της βάσης:
σε̑μα Φρασικλείας
κόρε κεκλέσομαι
αἰεί, ἀντὶ γάμο
παρὰ θεο̑ν τοῦτο
λαχο̑σ’ ὄνομα
ΣΕΜΑΦΡΑΣΙΚΛΕΙΑΣ
ΚΟΡΕΚΕΚΛΕΣΟΜΑΙ
ΑΙΕΙΑΝΤΙΓΑΜΟ
ΠΑΡΑΘΕΟΝΤΟΥΤΟ
ΛΑΧΟΣΟΝΟΜΑ
Ἀριστίον ∶ Πάρι[ός μ’ ἐπ]ο[ίε]σ̣εΑΡΙΣΤΙΟΝΠΑΡΙ[ΟΣΜΕΠΟΙΕΣΕ]
Μετάφραση: "Μνήμα της Φρασίκλειας. Θα καλούμαι για πάντα κόρη αφού οι Θεοί αντί για γάμο μού όρισαν αυτό το όνομα. Με έφτιαξε ο Αριστίων ο Πάριος"[1]

======================================


Ο κούρος της Μερέντας και η κόρη Φρασίκλεια, όπως βρέθηκαν τη 18η Μαΐου 1972. Επιγραφικό Μουσείο, Αρχείο Ευθ. Μαστροκώστα. Από το βιβλίο Οι μεγάλες στιγμές της ελληνικής αρχαιολογίας, εκδόσεις Καπόν. 


Τα αγάλματα συσχετίστηκαν με το νεκροταφείο του Μυρρινούντα, αφού ήταν γνωστό ότι τέτοιου είδους αριστουργήματα στέκονταν ως μνήματα στους πλουσιότερους τάφους της Αττικής του 6ου αι. π.Χ

Και διατυπώθηκε η υπόθεση ότι κάποιος τα σήκωσε βιαστικά από τη θέση τους, σπάζοντας άθελά του τα άκρα των σωμάτων τους, και τα τοποθέτησε αντικριστά σε κοντινό λάκκο, φροντίζοντας να καλύψει τα φρεσκοσκαμμένα χώματα. Κάποιος που λοξοδρόμησε την ώρα που οι άλλοι φόρτωναν το βιος τους στα καραβάνια, για να κάνει ένα δικό του χρέος. Ένας άνθρωπος που δεν γύρισε ξανά για να τα αναστήσει από το χώμα. 

Ένα επεισόδιο χωρίς μάρτυρες, σε ένα αρχαίο χωράφι, τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ. 

Μετά από σύντομη πολιορκία, ο περσικός στρατός σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη της Αθήνας από το πιο αδύναμο σημείο της πρόχειρης οχύρωσής της και κατέσφαξε όσους δεν πρόλαβαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας από τον Βράχο. 

Κατέκαψε τους ναούς και τα αναρίθμητα αναθήματα, αφήνοντας πάνω στις μαρμάρινες κόρες, στις Νίκες και στους θεούς ανεξίτηλα σημάδια καταστροφής, που είναι ορατά ακόμη και σήμερα στην έκθεσή τους στον πρώτο όροφο του Μουσείου Ακροπόλεως. 

Μετά την οριστική αποχώρηση των Περσών από τον ελλαδικό χώρο τον Ιούνιο του 479 π.Χ., οι Αθηναίοι επέστρεψαν στα σπίτια τους. Κι αυτό είναι οπωσδήποτε ένα σχήμα λόγου, γιατί λίγα από αυτά βρίσκονταν όρθια να τους περιμένουν. Αυτό που οι Αθηναίοι αντίκρισαν δεν είχε προηγούμενο: διαλυμένη γη, σφαγμένα ζώα, ανοιγμένοι τάφοι, καμένοι ναοί, κλεμμένες περιουσίες, σπασμένη ζωή. Και αποφάσισαν να μην ξεχάσουν. 

Να χτίσουν ξανά τη ζωή τους από την αρχή, αφήνοντας στο κέντρο της πόλης γκρεμισμένο και καμένο τον Βράχο ώσπου να περάσουν πολλά χρόνια. Και να θάψουν στην επίχωσή του τα κομμάτια της παλιάς τους περηφάνιας. Για να τους θυμίζει όχι μόνο το μέτρο, αλλά και το όριο. 

Τα μαρμάρινα αδέλφια του Μυρρινούντα που είχαν σωθεί ασφαλή μέσα στο χώμα δεν βγήκαν ξανά στο φως και στην αρχική τους θέση. Είτε γιατί δεν έζησε κανείς απ' όσους γνώριζαν το μυστικό είτε γιατί δεν είχε πια νόημα. Η ιστορία είχε γυρίσει σελίδα και η πόλη ξεκινούσε –για άλλη μια φορά– από την αρχή. 



Πηγή: www.lifo.gr

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αλήθεια φίλοι μου . Που βρίσκονται τα τόσα βιβλία και ευρήματα αυτού του ‘άρρωστου’ με την αρχαιολογία ανθρώπου; ένας πλούτος τέτοιος γιατί πάει χαμένος ;

Ανώνυμος είπε...

Η πλούσια βιβλιοθήκη του δωρίστηκε μετά θάνατο και μοιράστηκε μεταξύ του Επιγραφικού Μουσείου και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας στον Βόλο.

Ανώνυμος είπε...

Σεμνοσ ανθρωποσ και ταπεινοσ. λαμπροσ επιστημονασ καλοσ γειτονασ