Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Lars Rasmussen: Ο δημιουργός του Google Maps επενδύει στην Ελλάδα




Της Ελευθερίας Πιπεροπούλου 

Ο Lars Rasmussen, συνιδρυτής του Google Maps και επενδυτής με έντονη δραστηριότητα στην Ελλάδα, μίλησε αποκλειστικά στο Capital.gr και το Forbes Greece για την πορεία του από τη φούσκα των dot-com μέχρι τη δημιουργία μιας από τις πιο επιδραστικές ψηφιακές πλατφόρμες στον κόσμο, τις επενδύσεις σε ελληνικές startups, αλλά και για το όραμά του πίσω από τα Panathēnea -το διεθνές φεστιβάλ καινοτομίας που φιλοδοξεί να μετατρέψει την Αθήνα σε παγκόσμιο κόμβο τεχνολογίας και πολιτισμού.

Από τη Δανία στο Μπέρκλεϋ και τη φούσκα των dot-com

Ο Lars Rasmussen γεννήθηκε στη Δανία και σπούδασε πληροφορική, πριν συνεχίσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Σκωτία. Αργότερα μετακόμισε στην Καλιφόρνια για να ολοκληρώσει το διδακτορικό του στο Μπέρκλεϋ, απ’ όπου αποφοίτησε το 1998 με PhD στην επιστήμη των υπολογιστών.

Την περίοδο εκείνη, ένας καθηγητής του εγκατέλειψε την ακαδημαϊκή καριέρα και ίδρυσε startup, προσλαμβάνοντάς τον ως έναν από τους πρώτους μηχανικούς. Η εταιρεία άντλησε πάνω από 40 εκατ. δολάρια, αλλά, όπως παραδέχεται ο Rasmussen, "ποτέ δεν καταφέραμε να φτιάξουμε ένα προϊόν που πραγματικά να πουλήσει”.

Το 2001 έσκασε η φούσκα των dot-com. Ο δείκτης NASDAQ έχασε περίπου το 80% της αξίας του μέσα σε δύο χρόνια και χρειάστηκε πάνω από μια δεκαετία για να επανέλθει στα προηγούμενα επίπεδα. Εκείνος και ο αδελφός του, που είχε έρθει από τη Δανία για να συμμετάσχει στην ίδια startup, απολύθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα. Παρά την αβεβαιότητα, αυτή η περίοδος έθεσε τις βάσεις για το επόμενο, καθοριστικό βήμα στην καριέρα του.

Η ιδέα που άλλαξε τους χάρτες

Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Jens, είχε διαρκώς νέες ιδέες για startups. Σε μια εποχή όπου η χρηματοδότηση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, αποφάσισε να δουλέψει σε μια ιδέα στον χώρο της χαρτογράφησης, πιστεύοντας ότι μια μικρή ομάδα θα μπορούσε να έχει μεγάλο αντίκτυπο.

Την περίοδο εκείνη, κυρίαρχη πλατφόρμα ήταν το MapQuest, ενώ αντίστοιχες υπηρεσίες προσέφεραν η Microsoft και η Yahoo. Οι χάρτες όμως ήταν μικροί, δύσχρηστοι και κάθε μετακίνηση απαιτούσε ανανέωση της σελίδας. Η πρόταση του Jens ήταν απλή και ριζοσπαστική: "Πρέπει να κάνουμε τον χάρτη μεγαλύτερο, πιο όμορφο και να κινείται πιο γρήγορα. Να μπορείς απλώς να τον σύρεις και να κάνεις zoom". Αντί για το παραδοσιακό κείμενο γύρω από τον χάρτη, πρότεινε διαδραστικά σημεία επάνω σε αυτόν — μια εμπειρία που σήμερα θεωρείται αυτονόητη, τότε όμως ήταν πρωτοποριακή.

Ξεκίνησαν μόνοι τους, χωρίς κεφάλαια. Ο Lars νοίκιασε ένα δωμάτιο στην Καλιφόρνια, ενώ ο αδελφός του επέστρεψε στη Δανία και έμεινε με τη μητέρα τους — "το κομμάτι της ιστορίας που μισεί περισσότερο", σχολιάζει αστειευόμενος. Αργότερα προστέθηκαν συνεργάτες από την Αυστραλία, και η ανάπτυξη του πρωτοτύπου συνεχίστηκε από εκεί.

Rasmussen

Η χαμένη επένδυση και η πώληση στη Google

Όταν τα δύο αδέλφια προσπάθησαν να αντλήσουν κεφάλαια για την καινοτόμο πλατφόρμα χαρτογράφησής τους, η συγκυρία ήταν δύσκολη. Ένα μεγάλο venture capital στην Καλιφόρνια έδειξε αρχικά ενδιαφέρον και, όπως θυμάται ο Rasmussen, έφτασαν περίπου στο "70% της διαδικασίας". Ωστόσο, μια μικρή αναβάθμιση που ανακοίνωσε η Yahoo στους χάρτες της οδήγησε τον επενδυτή να αποσυρθεί.

Το ίδιο fund, όμως, τους έφερε σε επαφή με τη Google, η οποία εκείνη την περίοδο διέθετε ουσιαστικά μόνο τη μηχανή αναζήτησης. Η λογική ήταν απλή: αν η Yahoo δραστηριοποιούνταν στους χάρτες, η Google θα επεδίωκε να αποκτήσει τεχνολογία που θα της επέτρεπε να την προσπεράσει. Η συμφωνία έκλεισε, οι Rasmussen ήταν έτοιμοι να λανσάρουν και η Google τους παρείχε τις υποδομές που χρειάζονταν. Μετά από περίπου έξι μήνες προσαρμογών, η τεχνολογία τους μετατράπηκε στο Google Maps, το οποίο λανσαρίστηκε το 2005.

Η ανταπόκριση ήταν άμεση. "Από την πρώτη μέρα ήταν τεράστια επιτυχία”, σημειώνει ο Rasmussen, περιγράφοντας τον ενθουσιασμό για τον νέο τρόπο αλληλεπίδρασης με τους χάρτες. Παρέμειναν στην ομάδα για περίπου τρία χρόνια, μέχρι η υπηρεσία να κατακτήσει την πρώτη θέση παγκοσμίως, με τότε 80–100 εκατομμύρια ενεργούς χρήστες — αριθμός που σήμερα φαίνεται μικρός σε σχέση με τα δισεκατομμύρια χρήστες της πλατφόρμας.

Από τη Google στο Facebook

Το 2010 ο Rasmussen αποχώρησε από τη Google και ακολούθησε μια διαδρομή που ήταν συνηθισμένη εκείνη την εποχή: εντάχθηκε στο Facebook, σε μια περίοδο όπου περίπου το ένα τρίτο των εργαζομένων προερχόταν από την Google.

Παράλληλα, άρχισε να επενδύει σε startups. Στην Αυστραλία γνώρισε τη Melanie Perkins και τον Cliff Obrecht, που ήθελαν να εκδημοκρατίσουν τον γραφιστικό σχεδιασμό. Ο Rasmussen τους βοήθησε να συγκροτήσουν την πρώτη τεχνική τους ομάδα, φέρνοντάς τους σε επαφή με πρώην συνεργάτες του από το γραφείο της Google στο Σίδνεϊ — μεταξύ αυτών τον Cameron Adams και τον David Hearnden. Η εταιρεία ήταν η Canva, στην οποία υπήρξε πρώιμος επενδυτής και η οποία σήμερα αποτιμάται σε 42 δισεκατομμύρια δολάρια.

Επενδύσεις σε πάνω από 100 startups

Τα τελευταία 15 χρόνια ο Lars Rasmussen έχει επενδύσει σε περισσότερες από 100 startups, διαμορφώνοντας ένα χαρτοφυλάκιο με έντονο διεθνή προσανατολισμό. Μέχρι πρόσφατα επένδυε κυρίως μαζί με τη σύζυγό του, η οποία είναι Ελληνίδα, ενώ πλέον συμμετέχει και στο Florent Ventures Partners, ένα fund με έμφαση σε startups τεχνητής νοημοσύνης και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για Ευρωπαίους ιδρυτές.

Στην Ελλάδα έχει τοποθετηθεί σε εταιρείες όπως η ResQ Biotech, που αναζητά θεραπείες για το Αλτσχάιμερ και το Πάρκινσον, η PhosPrint, που αναπτύσσει έναν 3D βιοεκτυπωτή και επιδιώκει ρυθμιστική έγκριση για μια νέα διαδικασία αντικατάστασης ουροδόχου κύστης, η Protio, πλατφόρμα διαχείρισης ακίνητης περιουσίας με εξειδίκευση σε ανακαινίσεις και ενεργειακές αναβαθμίσεις, η Ask Wire στον χώρο της χαρτογράφησης και του real estate, καθώς και η OramaVR, που δραστηριοποιείται στην ιατρική εκπαίδευση μέσω εικονικής πραγματικότητας.

Τι αναζητά στους ιδρυτές

Συχνά, όπως παραδέχεται, ελκύεται από προβλήματα με τα οποία έχει προσωπική σύνδεση. Πέρα, όμως, από την ιδέα, δίνει καθοριστική σημασία στην ποιότητα και το πάθος της ιδρυτικής ομάδας. "Η δημιουργία μιας εταιρείας είναι δύσκολη”, επισημαίνει, τονίζοντας ότι όλα θα πάνε στραβά κάποια στιγμή και εκεί χρειάζονται άνθρωποι που "δεν τα παρατούν”.

Την ίδια νοοτροπία βλέπει και στους ιδρυτές της Canva, τους οποίους γνώρισε στα πρώτα τους βήματα. Σήμερα, πέρα από την επιχειρηματική τους επιτυχία, κατευθύνουν σημαντικούς πόρους σε δράσεις καταπολέμησης της φτώχειας. Πρόσφατα διέθεσαν 100 εκατομμύρια δολάρια σε οργανισμό που δραστηριοποιείται στο Μαλάουι, εφαρμόζοντας μοντέλο άμεσης οικονομικής ενίσχυσης. Ο Rasmussen σημειώνει ότι θα ήθελε να δει περισσότερους επιχειρηματίες να ακολουθούν αυτό το παράδειγμα: πρώτα να δημιουργούν αξία και στη συνέχεια να τη διοχετεύουν εκεί όπου μπορεί να έχει τον μεγαλύτερο κοινωνικό αντίκτυπο.

Σε γενικές γραμμές, επενδύει σε εταιρείες με παγκόσμια φιλοδοξία, αποφεύγοντας έργα καθαρά τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας. Μία από τις λίγες εξαιρέσεις είναι το real estate, κυρίως λόγω του μεγέθους της αγοράς και των ευκαιριών που διαμορφώνονται στην Ελλάδα και τις γειτονικές χώρες.

Η γνωριμία με την Ελλάδα 

Η σχέση του Lars Rasmussen με την Ελλάδα δεν ξεκίνησε μόνο μέσα από τον γάμο του με την Ελομίδα Βισβίκη. Όπως εξηγεί, η πρώτη του επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό έγινε ήδη από την παιδική του ηλικία. Ένας θείος του ήταν κορυφαίος κλασικός φιλόλογος στη Δανία, και στο οικογενειακό τους περιβάλλον οι αναφορές στους Έλληνες φιλοσόφους και στην αρχαιότητα ήταν συχνές.

Αργότερα γνώρισε και τη σύγχρονη Ελλάδα μέσα από ταξίδια. Τη σύζυγό του τη γνώρισε στη Σκωτία, όπου εκείνη σπούδαζε, και το 1992 μετακόμισε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Η απόπειρα εκείνη, όπως παραδέχεται, "δεν λειτούργησε τότε”.

Δύο δεκαετίες αργότερα, το 2012, ενώ εργαζόταν στο Facebook και βρισκόταν ανάμεσα σε projects, η ιδέα της μετακόμισης στην Αθήνα επανήλθε. Εκείνη την περίοδο έδωσε μια ομιλία στο TEDx, εν μέσω βαθιάς οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι, όσο επώδυνη κι αν είναι μια κρίση, μπορεί να αποτελέσει γόνιμο έδαφος για νέα εγχειρήματα. Όπως λέει, "οι κρίσεις είναι επώδυνες, αλλά είναι και το καλύτερο έδαφος για να χτίσεις κάτι καινούργιο”.

Ωστόσο, μαζί με τη σύζυγό του διαπίστωσαν ότι το startup οικοσύστημα στην Ελλάδα ήταν τότε σχεδόν ανύπαρκτο. Πέρα από την περιορισμένη δραστηριότητα, κυριαρχούσε ένα κλίμα απαισιοδοξίας, με πολλούς να σκέφτονται τη φυγή στο εξωτερικό και όχι την ίδρυση επιχειρήσεων. Τελικά δεν προχώρησαν στη μετακόμιση — και επειδή η κόρη τους έγινε δεκτή σε πανεπιστήμιο στη Νέα Υόρκη, εγκαταστάθηκε τελικά εκεί όλη η οικογένεια.

Η επόμενη καμπή ήρθε με την πανδημία. Όπως επισημαίνει, η Ελλάδα διαχειρίστηκε την κρίση πιο αποτελεσματικά από τη Νέα Υόρκη. Με την τηλεργασία να έχει γίνει πλέον κανόνας, η απόφαση ελήφθη σχεδόν αυθόρμητα: θα μετακόμιζαν στην Ελλάδα, όπου έφτασαν στις αρχές του 2021.

Η ανακάλυψη ενός νέου οικοσυστήματος

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, δεν είχε καν εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο να έχει διαμορφωθεί ένα ουσιαστικό startup οικοσύστημα μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία. Υπέθετε ότι η κατάσταση παρέμενε περίπου ίδια με το 2012.

Η πρώτη του ελληνική επένδυση προέκυψε σχεδόν τυχαία. Όσο ακόμη βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, είχε εντοπίσει την Pnoe, εταιρεία που εξειδικεύεται στην ανάλυση της αναπνοής για τη μέτρηση και βελτιστοποίηση της καρδιομεταβολικής υγείας και της φυσικής κατάστασης. Όταν εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, επικοινώνησαν μαζί τους και η επένδυση προχώρησε.

Αυτό αποτέλεσε την αφετηρία. Σύντομα διαδόθηκε ότι υπήρχε ένα νέο ζευγάρι επενδυτικών αγγέλων στην πόλη, και τότε συνειδητοποίησε ότι μέσα σε λίγα χρόνια είχε δημιουργηθεί κάτι διαφορετικό. Όπως περιγράφει, "σε επτά-οκτώ χρόνια είχε δημιουργηθεί κάτι ζωντανό. Μικρό ακόμα, αλλά με ταχύτητα που δεν βλέπεις εύκολα στην Ευρώπη”.

Την άποψή του, η Αθήνα ίσως παραμένει το μικρότερο startup οικοσύστημα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά θεωρεί ότι είναι και το ταχύτερα αναπτυσσόμενο. Παρατηρεί την επιστροφή Ελλήνων από το εξωτερικό, αλλά και την εγκατάσταση ξένων ιδρυτών χωρίς ιδιαίτερο δεσμό με τη χώρα, που επιλέγουν να δημιουργήσουν τις επιχειρήσεις τους εδώ — ένδειξη, όπως λέει, ότι κάτι έχει αλλάξει ουσιαστικά.

Rasmussen

Η ιδέα για τα Panathēnea

Μέσα από αυτή τη δυναμική γεννήθηκε η σκέψη να συμβάλουν όχι μόνο με μεμονωμένες επενδύσεις, αλλά και με μια πρωτοβουλία που θα ενίσχυε συνολικά το οικοσύστημα. Έτσι προέκυψε η ιδέα για τα Panathēnea

Σε ένα ταξίδι στη Λισαβόνα, ο Lars Rasmussen γνώρισε τον Simon Schaefer, ο οποίος είχε συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη του πορτογαλικού οικοσυστήματος και στη μεταφορά του Web Summit από το Δουβλίνο στη Λισαβόνα. Παρατηρώντας παράλληλα το παράδειγμα του Slush στο Ελσίνκι -ένα από τα μεγαλύτερα startup event στην Ευρώπη- κατέληξε ότι ένα μεγάλο διεθνές φεστιβάλ τεχνολογίας μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης και να επιταχύνει θεαματικά την ανάπτυξη μιας ολόκληρης σκηνής.

Αρχικά επιχείρησαν να φέρουν στην Αθήνα ένα μεγάλο αμερικανικό φεστιβάλ καινοτομίας. Οι διοργανωτές του αναζητούσαν ένα ευρωπαϊκό "σπίτι” ακριβώς την περίοδο που εκείνοι ήθελαν να δημιουργήσουν ένα μεγάλο φεστιβάλ. Μέσα σε μόλις τρεις μήνες εξασφάλισαν δεσμεύσεις 60 εκατ. ευρώ από ελληνικές πηγές για μια πιθανή πενταετή συμφωνία. Η ελληνική κυβέρνηση θα κάλυπτε το κόστος άδειας, περίπου 30 εκατ. ευρώ για πέντε χρόνια, ενώ μεγάλες εταιρείες όπως η Aegean Airlines και η Εθνική Τράπεζα, μαζί με ακόμη 150 μικρότερες επιχειρήσεις, θα αναλάμβαναν τη χορηγία της παραγωγής.

Η πρόταση περιλάμβανε εμβληματικούς χώρους, από το Ηρώδειο έως το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και την Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. Η αμερικανική ομάδα εντυπωσιάστηκε και η τελική επιλογή περιορίστηκε ανάμεσα στο Λονδίνο και την Αθήνα, κάτι που, όπως επισημαίνει ο Rasmussen, ήταν "εκπληκτικό”, αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η απόφαση καθυστέρησε μήνες περισσότερο από το αναμενόμενο, όμως τελικά επιλέχθηκε το Λονδίνο. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη, αλλά μετατράπηκε γρήγορα σε αποφασιστικότητα να δημιουργήσουν κάτι δικό τους — και έτσι γεννήθηκαν τα Panathēnea.

Η έμπνευση 

Η απώλεια του αμερικανικού φεστιβάλ λειτούργησε ως σημείο καμπής. Αντί να εγκαταλείψουν την ιδέα, αποφάσισαν να δημιουργήσουν κάτι αυτόνομο, με σαφή ελληνική ταυτότητα και διεθνή προσανατολισμό.

Έτσι, διαμορφώθηκε η σκέψη της σύγχρονης επανεφεύρεσης ενός αρχαίου ελληνικού φεστιβάλ — όχι ως αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ως πλατφόρμα για το μέλλον. Αναζητούσαν ένα ιστορικό πρότυπο που να συνδύαζε ιδέες, πολιτισμό και συμμετοχή και να μπορούσε να αποκτήσει σύγχρονη διάσταση.

Στο πλαίσιο αυτής της αναζήτησης, απευθύνθηκαν σε κορυφαία Ελληνίδα κλασική φιλόλογο, διερευνώντας ποιο μεγάλο φεστιβάλ της αρχαιότητας, πέρα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για ένα νέο, διεθνές γεγονός στην Αθήνα. Έτσι, ο Lars Rasmussen ανακάλυψε για πρώτη φορά τα Παναθήναια. 

Η κατεύθυνση είχε πλέον διαμορφωθεί. Εκείνο που έμενε ανοιχτό ήταν ο τρόπος της υλοποίησης — πώς θα μπορούσε να στηθεί ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα. Η απάντηση ήρθε αργότερα, στα τέλη του 2024, όταν, μέσω του Endeavor Greece, η ομάδα ταξίδεψε στο Slush στο Ελσίνκι και συνάντησε έναν από τους ιδρυτές του φεστιβάλ -τον Peter Vesterbacka- και τον Λευτέρη Κατσιαδάκη.

Το φινλανδικό μοντέλο 

Ο Lars Rasmussen παραδέχεται ότι αρχικά είχε παρεξηγήσει το μοντέλο του Slush, θεωρώντας πως οργανώνεται από φοιτητές-εθελοντές και άρα δύσκολα θα μπορούσε να διατηρεί υψηλό επαγγελματικό επίπεδο. Όταν όμως βρέθηκε εκεί, συνειδητοποίησε ότι αυτό που του διέφευγε ήταν πως δεν πρόκειται απλώς για εθελοντές, αλλά για επαγγελματίες που είναι νέοι και χτίζουν κάτι με σοβαρότητα και φιλοδοξία. Η ατμόσφαιρα, η σκηνοθεσία και η ενέργεια ενός φεστιβάλ σχεδιασμένου από νέους για το μέλλον τους τον εντυπωσίασαν βαθιά. Εκεί γνώρισε τον co-founder του Slush, Peter Vesterbacka, και κατάλαβε ότι είχε βρει το "κομμάτι που έλειπε” για την Αθήνα.

Το επόμενο βήμα ήταν να αναζητήσουν μια ομάδα νέων ανθρώπων που δεν θα περιορίζονταν σε υποστηρικτικό ρόλο, αλλά θα αναλάμβαναν την πλήρη εκτελεστική ευθύνη της διοργάνωσης. 

Όσο η ομάδα βρισκόταν ακόμη στο Slush, ο Παναγιώτης Καραμπίνης, Managing Director της Endeavor Greece, πρότεινε στον Rasmussen τον Λευτέρη Κατσιαδάκη, επικεφαλής του ThinkBiz, που διοργάνωνε το Think Biz Academy στην Τεχνόπολη. Έτσι, εκεί στο Ελσίνκι, ο Λευτέρης, η Ελομίδα και ο Lars συναντήθηκαν με τον Peter Vesterbacka και συζήτησαν πώς το φινλανδικό μοντέλο θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην Αθήνα.

Η ομάδα

Αμέσως μετά την επιστροφή στην Ελλάδα, ο Λευτέρης Κατσιαδάκης συγκρότησε μια δυναμική ομάδα από πρώην στελέχη του ThinkBiz και σχεδόν αμέσως ξεκίνησαν να εργάζονται εντατικά, μέρα και νύχτα, για την πρώτη διοργάνωση των Panathēnea.

Κεντρικό στοιχείο του φινλανδικού μοντέλου, το οποίο υιοθετήθηκε πλήρως, είναι ότι οι φοιτητές και οι νέοι απόφοιτοι δεν περιορίζονται στην υλοποίηση, αλλά διατηρούν την εκτελεστική ευθύνη και τη λήψη όλων των κρίσιμων στρατηγικών και τακτικών αποφάσεων. Αν και ο Lars Rasmussen και η Ελομίδα Βισβίκη θεωρούν εαυτούς συνιδρυτές της προσπάθειας μαζί με τον Λευτέρη και την αρχική ομάδα, ο ρόλος τους είναι καθαρά συμβουλευτικός. Οι αποφάσεις ανήκουν στους νέους — στοιχείο που, κατά τον ίδιο, αποτελεί θεμέλιο της επιτυχίας τόσο του Slush όσο και των Panathēnea.

Έτσι διαμορφώθηκε η τελική κατεύθυνση των Panathēnea: ένα φεστιβάλ χτισμένο από νέους επαγγελματίες με λογική startup, ένταση, ταχύτητα και βαθιά πίστη στην επιχειρηματικότητα ως δύναμη αλλαγής. Μαζί με τον Λευτέρη Κατσιαδάκη ήρθε και ο πυρήνας της ομάδας του — ο Φώτης Αθάνατος, η Εύη Κουρουνάκου, η Αναστασία Κώτσα και ο Γιώργος Παπανικολάου. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι πέντε τους συμπεριελήφθησαν στην ελληνική λίστα Forbes 30 Under 30 για το 2026

Ήταν αρχές Δεκεμβρίου 2024 και, ενώ το αρχικό πλάνο προέβλεπε ενάμιση χρόνο προετοιμασίας για ένα event την άνοιξη του 2025, πλέον είχαν μόλις πέντε μήνες στη διάθεσή τους. Παρά τις επιφυλάξεις για το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα, η πενταμελής ομάδα ανέλαβε την πρόκληση και, δουλεύοντας με εντατικούς ρυθμούς, κατάφερε μέσα σε αυτό το περιορισμένο διάστημα να υλοποιήσει τα πρώτα Panathēnea.

Ο φιλόδοξος στόχος και το όραμα 

Ο φιλόδοξος στόχος ήταν εξαρχής σαφής: να δημιουργηθεί το πιο διεθνές τεχνολογικό φεστιβάλ που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στην Αθήνα. Πάνω από το 80% των ομιλητών προήλθε από το εξωτερικό, ενώ περίπου 500 επισκέπτες ταξίδεψαν στην Ελλάδα με βασικό σκοπό να συμμετάσχουν στη διοργάνωση.

Το γεγονός ότι αυτό επιτεύχθηκε με τόσο περιορισμένο χρόνο προετοιμασίας επιβεβαίωσε, κατά την άποψη του Rasmussen, πως το μοντέλο που εμπνεύστηκαν από το Slush όχι μόνο λειτουργεί, αλλά μπορεί να προσαρμοστεί δυναμικά στην ελληνική πραγματικότητα. Πλέον δηλώνει πεπεισμένος ότι τα Panathēnea μπορούν να εξελιχθούν στο μεγαλύτερο φεστιβάλ καινοτομίας στον κόσμο.

Υποστηρίζει ότι τα Panathēnea έχουν τη δυναμική να αποτελέσουν τη βάση για το μεγαλύτερο και πιο επιδραστικό φεστιβάλ και κέντρο καινοτομίας διεθνώς, με την Ελλάδα να έχει τη δυνατότητα να το υποστηρίξει. Η ισχύς του concept, κατά τη δική του ανάλυση, προκύπτει από έναν συνδυασμό παραγόντων: τη σύγχρονη επανεφεύρεση ενός αρχαίου φεστιβάλ ως πλατφόρμας καινοτομίας, τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και τη στελέχωση από νέους Έλληνες, καθώς και το γεγονός ότι πραγματοποιείται στην ανοιξιάτικη Αθήνα, σε μια περίοδο όπου η διεθνής εικόνα της χώρας έχει μεταβληθεί αισθητά — από σύμβολο κρίσης σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ευρώπης και ανερχόμενο πόλο έλξης για καλλιτέχνες και ανθρώπους της τεχνολογίας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η φετινή διεύρυνση του Panathēnea (27-29 Μαΐου 2026): πέρα από το καθαρά startup σκέλος, προστίθεται ξεχωριστό καλλιτεχνικό πρόγραμμα με έμφαση στη μουσική και τον κινηματογράφο, που θα εξελίσσεται παράλληλα με το συνέδριο.

Το όραμα που περιγράφει ο Lars Rasmussen εκτείνεται ακόμη περισσότερο· εκτιμά ότι μέσα σε πέντε έως επτά χρόνια το φεστιβάλ θα μπορούσε να διαρκεί δέκα ημέρες, προσελκύοντας από 100.000 έως 250.000 επισκέπτες που θα ταξιδεύουν στην Αθήνα κυρίως για αυτό. Φαντάζεται μια διοργάνωση απλωμένη σε όλη την πόλη, με ξεχωριστά συνέδρια για startups, φεστιβάλ κινηματογράφου, μουσικής, θεάτρου, ποίησης, εικαστικών τεχνών, αθλητικά γεγονότα, τεχνολογία, υγεία, γαστρονομία και ευεξία, όλα με κοινό άξονα την καινοτομία και την προώθηση της ανθρώπινης αριστείας, δημιουργώντας γέφυρες ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους, όπως η τέχνη και η τεχνολογία.

Αναφερόμενος στην εμπειρία του από το Google Maps, επισημαίνει ότι το βασικό έλλειμμα που παραμένει για τη δημιουργία παγκόσμιων startups στην Ελλάδα δεν είναι το ταλέντο ή η τεχνολογία, αλλά η νοοτροπία, τονίζοντας ότι "οι περισσότεροι μπορούν να κάνουν περισσότερα από όσα πιστεύουν”. Κατά την άποψή του, όλα τα απαραίτητα συστατικά υπάρχουν ήδη, όμως χωρίς την πίστη ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια startup παγκόσμιας κλίμακας από την Αθήνα, δεν αρκούν. 

Τα Panathēnea, όπως υποστηρίζει, αποδεικνύουν ότι ακόμη και λίγοι φοιτητές μπορούν να χτίσουν ένα φεστιβάλ διεθνούς εμβέλειας, άρα το ίδιο μπορεί να συμβεί και με μια εταιρεία τεχνολογίας.

Εκτιμά ότι μόλις επιτύχουν μερικές εταιρείες, η ακολουθία επιτυχιών θα είναι εκθετική, υπογραμμίζοντας πως απαιτείται η στήριξη ολόκληρης της χώρας. Ολοκληρώνοντας, ο Lars Rasmussen δηλώνει ότι αισθάνεται προνομιούχος που συμμετέχει σε αυτή την προσπάθεια και ότι τα Panathēnea αποτελούν ευκαιρία για τη χώρα να αποδείξει πως μπορεί να φιλοξενήσει παγκόσμια γεγονότα υψηλού επιπέδου, να εμπνεύσει τους νέους να πιστέψουν στις δυνατότητές τους και να ενώσει ολόκληρη την Ελλάδα γύρω από μια κοινή, φιλόδοξη ιδέα.


πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: