Σε μια χρονιά που η κυβέρνηση παρουσιάζει ως καθοριστική για τη «σταθερότητα» της χώρας, η πραγματικότητα της ακρίβειας, οι δημοσκοπήσεις και τα μακροπρόθεσμα στοιχεία για τις ενεργειακές συμφωνίες συνθέτουν ένα πιο δύσκολο πολιτικό τοπίο
«ΑΥΤΗ Η ΧΡΟΝΙΑ, η τελευταία πλήρης χρονιά της θητείας μας πριν από τις επόμενες εκλογές, θα καθορίσει σε έναν βαθμό την ίδια την πορεία της πατρίδας στα αβέβαια χρόνια τα οποία έρχονται», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε κομματική εκδήλωση της Νέας Δημοκρατίας στην αρχή της εβδομάδας, δίνοντας έμφαση στα «αβέβαια χρόνια» και περιγράφοντας το εκλογικό δίλημμα που θα θέσει πριν από τις κάλπες, το οποίο –λίγο έως πολύ– είναι ήδη γνωστό. Ο πρωθυπουργός, ποντάροντας στην κατάσταση της κατακερματισμένης και αδύναμης αντιπολίτευσης, που εκτιμά ότι δεν προλαβαίνει να αλλάξει μέχρι τις εκλογές, αναρωτήθηκε ρητορικά αν η Ελλάδα θα παραμείνει «ασφαλής, ισχυρή και σταθερή» ή θα ρισκάρει να μετατραπεί σε ένα ακυβέρνητο καράβι μέσα στα αχαρτογράφητα διεθνή νερά. Άλλωστε, όπως υποστήριξε, ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο οι επόμενες εκλογές είναι ουσιαστικές είναι «γιατί σε ένα περιβάλλον μεγάλων ανατροπών όπως αυτό που διαμορφώνεται, η Ελλάδα έχει πάνω απ’ όλα ανάγκη από ασφάλεια», χαρακτηρίζοντας την πολιτική σταθερότητα ως «εθνικό πλεονέκτημα» που αναζητούν πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ισχυρίστηκε ότι συνιστά επιπολαιότητα η αμφισβήτηση της πολιτικής σταθερότητας, την οποία, κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, μόνο το δικό του κόμμα μπορεί να εγγυηθεί. Επιπλέον, κατηγόρησε την αντιπολίτευση για χυδαίο λαϊκισμό που «συμπλέει με τον δογματισμό, τα ξυλόλια και τις ακοστολόγητες υποσχέσεις», καθώς και για «γκρίζα μίζερη γκρίνια».
Οι πολίτες σίγουρα δεν πρόκειται να δουν τις τιμές της ενέργειας να πέφτουν τα επόμενα χρόνια λόγω αυτής της συμφωνίας Δημοσίου και κοινοπραξίας Chevron-Helleniq Energy. Αν βρεθούν κοιτάσματα, το κράτος θα έχει έσοδα, αλλά εξαρτάται από το πώς θα τα διαχειριστεί
Ο πραγματικός αντίπαλος της κυβέρνησης, ωστόσο, φαίνεται πως είναι τα μεγάλα προβλήματα που δεν έχει αντιμετωπίσει και όχι τα κόμματα της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων δεν έχει ξεχωρίσει κανένα ως τώρα που θα μπορούσε να απειλήσει τη ΝΔ και να της πάρει την πρώτη θέση. Η ακρίβεια, ειδικά στην ενέργεια, αλλά όχι μόνο, που είναι μεγαλύτερη από πολλές χώρες της Ε.Ε., στις οποίες οι μισθοί δεν είναι τόσο χαμηλοί όσο στην Ελλάδα, είναι ένα ζήτημα που η κυβέρνηση δεν δείχνει πραγματική βούληση να αντιμετωπίσει, και έχει πολιτικό κόστος. Μπορεί οι ιδιωτικοί υπάλληλοι να είδαν μια μικρή αύξηση αυτό τον μήνα στο εισόδημά τους, ως αποτέλεσμα της μείωσης του φόρου, από την οποία η κυβέρνηση προσδοκά να εισπράξει πολιτικά κέρδη, αλλά η αύξηση αυτή είναι πολύ μικρότερη από εκείνες των τιμών, που έχουν μειώσει δραματικά την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων. Αυτή είναι μια κοινή και αδιαμφισβήτητη διαπίστωση που στηρίζεται στα πραγματικά δεδομένα και όχι «μια γκρίζα μίζερη γκρίνια». Αποτελεί επίσης μία από τις βασικές αιτίες για τις οποίες η ΝΔ δεν μπορεί να ανακάμψει δημοσκοπικά, παρά τις τεράστιες επικοινωνιακές προσπάθειες.
Η ακτινογραφία των δημοσκοπήσεων
Επικοινωνιακά κέρδη, όμως, δεν υπήρξαν ούτε από την εξωτερική πολιτική και τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν, όπως προσδοκούσαν και σχεδόν προεξοφλούσαν στο Μέγαρο Μαξίμου, προτάσσοντας τον «υπεύθυνο πατριωτισμό» την προηγούμενη εβδομάδα. Σε δημοσκόπηση της GPO (για το iefimerida) που έγινε αυτές τις μέρες, θετικά αξιολόγησε τη συνάντηση το 43,9%, ενώ το 49,2% την αξιολόγησε αρνητικά. Σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση της GPO, το 57,6% απαντά ότι η Ελλάδα πρέπει να ακολουθήσει μια πιο διεκδικητική πολιτική έναντι της Τουρκίας – την οποία η μεγάλη πλειοψηφία (76,4%) θεωρεί απειλή. Επίσης, η πλειοψηφία (59,7%) κρίνει αρνητικά και μάλλον αρνητικά την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, παρότι το 35,3% θεωρεί ότι η εικόνα της χώρας έχει βελτιωθεί με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, έναντι του 33,7% που θεωρεί ότι έχει επιδεινωθεί και του 29,9% που απαντά ότι έχει παραμείνει η ίδια.
Στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, η μεγάλη πλειοψηφία (71,4%) απαντά ότι συμφωνεί με την πρόταση του πρωθυπουργού (έτσι διατυπώθηκε στην ερώτηση) για την αλλαγή του άρθρου 86 (περί ποινικής ευθύνης υπουργών), χωρίς όμως το κυβερνών κόμμα να έχει πει συγκεκριμένα τι θα αλλάξει και χωρίς να γνωρίζει κανείς αν θα είναι κάποια ουσιαστική αλλαγή. Στην ερώτηση, πάντως, για το αν συμφωνούν με την πρόταση της κυβέρνησης για αλλαγή του Συντάγματος ώστε να προβλέπεται η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, η πλειοψηφία (51,3%) απαντά αρνητικά, παρά τη μεγάλη επικοινωνιακή προσπάθεια που έχει γίνει για να παρουσιαστεί ως μεταρρύθμιση και παρότι ο πρωθυπουργός εγκαλεί συχνά πολιτικούς της αντιπολίτευσης επειδή δεν τη στηρίζουν ένθερμα.
Όσο για το ποσοστό της κοινής γνώμης που απαντά ότι θέλει να παραμείνει αυτή η κυβέρνηση και μετά τις επόμενες εκλογές, αυτό καταγράφεται στο 29,8%, που φαίνεται να είναι και το ταβάνι της ΝΔ, με το 67,9% να επιθυμεί πολιτική αλλαγή. Το πρόβλημα είναι ότι το 29,8% που απαντά ότι θέλει την ίδια κυβέρνηση έχει επιλογή, ενώ το 67,9%, για την ώρα, δεν φαίνεται να έχει, ή να γνωρίζει αν θα έχει, επιλογή με αξιώσεις. Και αυτό είναι που διασώζει την κυβέρνηση, αφού δεν έχει βρεθεί κάποιος ισχυρός αντίπαλος για να την απειλήσει.
Ενεργειακές συμφωνίες και προκλήσεις
Η κυβέρνηση έδωσε ιδιαίτερο επικοινωνιακό βάρος αυτή την εβδομάδα στη σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ του Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron - Helleniq Energy για την παραχώρηση δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης σε τέσσερα θαλάσσια οικόπεδα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου και νοτίως της Κρήτης. Από την αντιπολίτευση δεν ασκήθηκε ιδιαίτερη κριτική σε υψηλούς τόνους. Το ΠΑΣΟΚ στην ουσία επιδοκιμάζει τη συμφωνία, με τον ευρωβουλευτή και πρώην υπουργό της κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου, Γιάννη Μανιάτη, να επισημαίνει ότι ήταν εκείνοι που ξεκίνησαν αυτό το σχέδιο το 2014 και ότι χάθηκαν «12 πολύτιμα χρόνια» που θα μπορούσαμε να είχαμε «φθηνή ενέργεια και αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο». Ο κ. Μανιάτης υπενθύμισε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν αντίθετος με τις εξορύξεις τα προηγούμενα χρόνια και ότι είχε δηλώσει στην ομιλία του στον ΟΗΕ ότι «το αέριο είναι αγαθό του περασμένου αιώνα, που χάνει την αξία του».
Στον γεωπολιτικό και στον ενεργειακό στόχο, όμως, υπάρχει, όπως φαίνεται, κοινή οπτική. «Η χώρα μπορεί και πρέπει να γίνει ενεργειακός κόμβος της Ανατολικής Μεσογείου», αναφέρει ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος εκτιμά ότι σήμερα υπάρχει πραγματική βούληση από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που θεωρεί ότι άλλαξε ρότα μετά τη γνωστή ρήση «drill, baby, drill» του Ντόναλντ Τραμπ.
Στην ερώτηση, πάντως, αν θα μειωθούν οι τιμές στην ενέργεια λόγω του deal με τη Chevron, ο κ. Μανιάτης παραδέχεται ότι δεν θα μειωθούν και ότι θα χρειαστούν χρόνια για να γίνει κάτι τέτοιο.
Οι συμβάσεις μίσθωσης-παραχώρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων για την έρευνα και (ενδεχομένως στο μέλλον) την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων δίνουν στην κοινοπραξία (Chevron 70%, Helleniq Energy 30%) το δικαίωμα να διεξάγει έρευνες (όπως, π.χ., σεισμικές μελέτες) και αν αποδειχθεί ότι υπάρχουν οικονομικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα, όπως εικάζεται, να προχωρήσει σε δοκιμαστικές γεωτρήσεις και παραγωγή μελλοντικά. Από την ανακάλυψη, όμως, μέχρι την παραγωγή συνήθως χρειάζονται 7 με 10 χρόνια. Η συμφωνία αυτή θα φέρει μια επένδυση και την προοπτική να βρεθούν εγχώριοι πόροι, ενώ αν ξεκινήσει η εξόρυξη, μπορεί να φέρει θέσεις εργασίας, φορολογικά έσοδα και κάποια ίσως ανάπτυξη υποδομών. Η διαδικασία όμως θα διαρκέσει χρόνια.
Θα ωφεληθούν οι πολίτες;
Οι πολίτες σίγουρα δεν πρόκειται να δουν τις τιμές της ενέργειας να πέφτουν τα επόμενα χρόνια λόγω αυτής της συμφωνίας. Αν βρεθούν κοιτάσματα, το κράτος θα έχει έσοδα, αλλά εξαρτάται από το πώς θα τα διαχειριστεί (αν θα δημιουργήσει, π.χ., κάποιο ταμείο σαν της Νορβηγίας, αν θα κάνει επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια κ.ο.κ).
Υπάρχει επίσης μια βάσιμη κριτική για το περιβαλλοντικό κόστος και τον ρόλο των ορυκτών καυσίμων στην κλιματική κρίση. Ο περιβαλλοντικός κίνδυνος είναι δεδομένος. Το ερώτημα είναι πόσο μεγάλος είναι και πώς θα αντιμετωπιστεί. Οι έρευνες και η πιθανή εξόρυξη θα γίνουν στις θάλασσες νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης, στα βαθιά νερά της Ανατολικής Μεσογείου, που είναι θαλάσσιες περιοχές με πολύ μεγάλη οικολογική αξία, πολύτιμα οικοσυστήματα, πλούσια αλιευτικά πεδία και βεβαίως πρόκειται για περιοχές που έχουν τουρισμό. Ο αντίλογος εδώ λέει ότι η τεχνολογία σήμερα είναι πιο ασφαλής και οι κανονισμοί της Ε.Ε. είναι πιο αυστηροί – όταν τηρούνται.
Το όφελος της συμφωνίας, λοιπόν, είναι πιθανό αλλά όχι εγγυημένο. Το περιβαλλοντικό ρίσκο είναι υπαρκτό αλλά εξαρτάται από τον έλεγχο, τη διαφάνεια και την εφαρμογή των κανονισμών. Μείωση των τιμών της ενέργειας τα επόμενα χρόνια δεν θα φέρει και το αν τα πιθανά έσοδα θα ωφελήσουν το σύνολο της χώρας θα εξαρτηθεί από τη διαχείρισή τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου