Η φύση δεν μας ανήκει, τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να την παραδώσουμε ως ένα βιομηχανικό ερείπιο.
Η επιχειρηματικότητα και το εμπόριο σε μια περιοχή βασίζονται στην ισορροπημένη ανάπτυξη. Όταν το φυσικό κεφάλαιο και το τοπίο μας υποβαθμίζονται, οι συνέπειες αγγίζουν μακροπρόθεσμα την τοπική οικονομία, τον τουρισμό και την αξία της γης. Η προστασία του περιβάλλοντος και η ορθολογική ανάπτυξη αποτελούν πράξεις ευθύνης, ώστε να μην υποθηκευτεί το μέλλον της τοπικής μας αγοράς.
Ως πολίτες αυτής της γης, μεγαλώσαμε με έναν άρρηκτο δεσμό με το βουνό, το δάσος και το τοπίο που καθορίζει την ταυτότητά μας. Σήμερα, στο όνομα μιας «πράσινης μετάβασης», γινόμαστε μάρτυρες μιας βίαιης μεταμόρφωσης.
Μια ματιά στον επίσημο Γεωπληροφοριακό Χάρτη της ΡΑΑΕΥ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας) αρκεί για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της πολιορκίας: η Φωκίδα εμφανίζεται πλέον ως ένα πυκνό δίκτυο αδειοδοτημένων πολυγώνων που δεν αφήνουν σχεδόν σπιθαμή ελεύθερης γης, μετατρέποντας τις κορυφογραμμές μας από τη Δεσφίνα και την Αγία Ευθυμία, έως τη Βουνιχώρα, το Γαλαξίδι και τα βουνά της Δωρίδας, σε μια ενιαία βιομηχανική ζώνη.
Το ερώτημα όμως που οφείλουμε να θέσουμε δεν είναι αν θέλουμε καθαρή ενέργεια –φυσικά και τη θέλουμε– αλλά με ποιο τίμημα, με ποιους όρους και, τελικά, ποιοι είναι οι πραγματικοί κερδισμένοι αυτής της αναταραχής. Πίσω από τις γυαλιστερές μακέτες των έργων ΑΠΕ, δεν δρουν πάντα εξαρχής οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι. Συχνά, οι επίσημες αιτήσεις που εμφανίζονται στον χάρτη ανήκουν σε εταιρείες-οχήματα που λειτουργούν ως προπομποί αδειοδοτικής διαμεσολάβησης.
Αυτοί οι ενδιάμεσοι παράγοντες αναλαμβάνουν την αρχική «ωρίμανση» των έργων, δεσμεύοντας γη και πιέζοντας ιδιοκτήτες, με σκοπό τη μετέπειτα μεταπώληση των αδειών στους μεγάλους επενδυτές. Η πρακτική αυτή μετατρέπει την ενέργεια από εθνικό αγαθό σε αντικείμενο χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, αφήνοντας την τοπική κοινωνία μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα.
Αυτό το ιδιότυπο «κυνήγι της άδειας» πατάει πάνω σε ένα νομικό οπλοστάσιο που μοιάζει σχεδιαμένο για να παρακάμπτει τη βούληση των πολιτών. Οι εταιρείες αξιοποιούν έναν παρωχημένο χωροταξικό σχεδιασμό του 2008, ενώ ο Νόμος 4685/2020 επιτάχυνε τις διαδικασίες τόσο πολύ, που ουσιαστικά εκμηδένισε τον χρόνο αντίδρασης των τοπικών κοινοτήτων.
Παράλληλα, ο Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων επιτρέπει την κατάληψη ιδιωτικής γης υπέρ ανωνύμων εταιρειών, βαφτίζοντας το ιδιωτικό κέρδος «δημόσια ωφέλεια». Όταν όμως οι μπουλντόζες φεύγουν, μένει πίσω μια ανοιχτή πληγή. Η ισοπέδωση εκατοντάδων στρεμμάτων δασικής γης προκαλεί το φαινόμενο της θερμικής νησίδας και διαταράσσει ανεπανόρθωτα τη βιοποικιλότητα. Το πιο οδυνηρό όμως ερώτημα αφορά την «επόμενη μέρα». Τι θα απογίνουν αυτά τα έργα σε 20 ή 25 χρόνια; Τα πτερύγια των ανεμογεννητριών δεν ανακυκλώνονται και κινδυνεύουν να μείνουν θαμμένα στις κορυφές μας ως αιώνια βιομηχανικά σκουπίδια.
Χωρίς δεσμευτικές χρηματικές εγγυήσεις για την πλήρη αποκατάσταση του τοπίου, κινδυνεύουμε να παραδώσουμε στα παιδιά μας ένα απέραντο νεκροταφείο μετάλλων και πάνελ. Είναι εξοργιστικό να βλέπουμε τη γη μας να θυσιάζεται, τη στιγμή που το κράτος δεν έχει μεριμνήσει επαρκώς για την αποθήκευση αυτής της ενέργειας, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της παραγωγής συχνά να «πετιέται» επειδή το δίκτυο είναι κορεσμένο.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι εχθρός της φύσης και του πολίτη. Οφείλουμε να απαιτήσουμε απόλυτη διαφάνεια και εγγυήσεις ότι ο τόπος μας δεν θα γίνει ο σκουπιδότοπος της επόμενης γενιάς. Η φύση δεν μας ανήκει, τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας. Και δεν έχουμε το δικαίωμα να την παραδώσουμε ως ένα βιομηχανικό ερείπιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου