Η κρίση στη Μέση Ανατολή ξαναμπαίνει σε φάση έντασης. Ο πόλεμος ΗΠΑ – ΙΡΑΝ φαίνεται ότι είναι σήμερα το πιθανότερο σενάριο, παρά τη σχετική ύφεση που παρουσίασε, μετά την λεγόμενη «συμφωνία για εκεχειρία».
Από την άλλη, το μέτωπο της Ουκρανίας παραμένει ενεργό, με την ΕΕ να αναγγέλλει ενεργότερη υποστήριξη, όχι μόνο με χρήματα και εξοπλισμό αλλά και με ανθρώπινες δυνάμεις, προκαλώντας την αντίδραση του Πούτιν που απειλεί λέγοντας ότι «δεν έχετε ιδέα πως θα απαντήσουμε».
Και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι «σημεία των καιρών» ή πίσω από αυτά υπάρχει κάτι βαθύτερο και μονιμότερο.
Αν ρίξουμε μια ματιά στους προϋπολογισμούς των λεγομένων αναπτυγμένων χωρών και στα κονδύλια που διαθέτουν για έρευνα θα δούμε ότι τα περισσότερα απ΄αυτά διατίθενται σε τομείς που είναι στενά δεμένοι με στρατιωτικές εφαρμογές. Αλλά και η ιδιωτική έρευνα εξαρτάται εξίσου από τους στρατιωτικούς θεσμούς, όσο και από την κρατική έρευνα.
Γεννιέται λοιπόν το εύλογο ερώτημα: Γιατί αυτή η εξάρτηση της έρευνας από τον Στρατό;
Μπορεί να δώσει κανείς δύο εξηγήσεις, Η πρώτη, η πιο προφανής, είναι ότι η έρευνα ενδιαφέρει ειδικά το Στρατό, γιατί του παρέχει νέα όπλα.
Αυτή η εξήγηση δεν είναι λανθασμένη, είναι όμως επιφανειακή. Πρέπει να καταλάβουμε γιατί τα στρατιωτικά κονδύλια έχουν τάση βαρύτητα στις αναπτυγμένες χώρες. Δυστυχώς, η παγκόσμια οικονομία είναι τρομερά συνδεδεμένη με τις στρατιωτικές δαπάνες.
Για να καταλάβουμε αυτήν την στρατιωτικοποίηση της ίδιας της οικονομίας, πρέπει ταυτόχρονα να λάβουμε υπ’ όψη μας τις οικονομικές και πολιτικές επιταγές. Πράγματι ο καπιταλισμός απειλείται μονίμως από κρίσεις υπερπαραγωγής. Για να τις αποφύγει, υπάρχουν διάφορες λύσεις, που χρησιμοποιούνται όλες ταυτόχρονα. Μια απ’ αυτές είναι ο περιορισμός της προσφοράς αγαθών σε σχέση μ’ αυτήν που θα μπορούσε να επιτευχθεί: τα εργοστάσια δηλαδή δεν λειτουργούν με όλη τους την ικανότητα παραγωγής.
Μια άλλη μορφή της ίδια διαδικασίας μπορεί να σχηματοποιηθεί ως εξής: Ας υποθέσουμε ότι σε μια συγκεκριμένη περίοδο η βιομηχανία του σιδήρου μεγάλωσε την παραγωγή της χωρίς ν’ αυξήσει τον αριθμό και το μισθό των εργατών της. Τι να κάνει αυτό το περίσσευμα του χάλυβα. Περισσότερα αυτοκίνητα; Που θα βρεθούν αγοραστές; Νέα χαλυβουργεία; Θα μεγάλωνε ακόμα περισσότερα το πρόβλημα. Αντίθετα έχουν την δυνατότητα να φτιάξουν όπλα που θα καταστρέφονται χωρίς να οδηγούν σε νέα παραγωγή. Επιδίδονται λοιπόν σε ένα είδος «κατανάλωσης-σπατάλης» όπου το κράτος παίζει ένα ρόλο-κλειδί.
Απ’ την άλλη μεριά, το βάρος που δίνεται στα στρατιωτικά κονδύλια ανταποκρίνεται στις στρατηγικές ανάγκες των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων: ενδοϊμπεριαλιστική σύγκρουση με τις δυνάμεις του άξονα, σύγκρουση με το σοβιετικό μπλοκ στον ψυχρό πόλεμο, πάλη ενάντια στους λαούς του τρίτου κόσμου σήμερα.
Αν ο καπιταλισμός δεν είχε ν’ αντιμετωπίσει τις αντιθέσεις του, θα είχε ίσως βρει άλλες μορφές αντιμετώπισης των κρίσεων υπερπαραγωγής. Είναι όμως γεγονός πως ακολουθεί ήδη αυτόν τον δρόμο. Με τον τρόπο αυτό, άλλαξε εν μέρει το ίδιο του το περιεχόμενο: οι νέες σχέσεις Στρατού-Κράτους-Βιομηχανίας διαφοροποίησαν τις σχέσεις της αστικής τάξης με τους στρατιωτικούς οργανισμούς.
Μερικοί Αμερικανοί κοινωνιολόγοι περιέγραψαν σωστά τη στενή σχέση των πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών οργανισμών, όπως π.χ. οι στρατηγοί να βρίσκουν μια άνετη σύνταξη στη διεύθυνση επιχειρήσεων, ανταμοιβή για τις παραγγελίες που είχαν δώσει, όπου μπορούν να εφαρμόζουν πλήρως τις αντιλήψεις τους για τη διοίκηση και τις ευθύνες. Ο Στρατός λοιπόν δεν είναι πια ένα απλό όργανο καταπίεσης στα χέρια της αστικής τάξης: η στρατιωτική κάστα έχει γίνει ένα οργανικό τμήμα του συμπλέγματος της κυρίαρχης τάξης.
Βλέπουμε λοιπόν τις οικονομικές και πολιτικές αιτίες αυτής της στρατιωτικοποίησης της κοινωνίας μας, Και αντιλαμβανόμαστε έτσι τη στενή και ύποπτη σχέση έρευνας και Στρατού. Από τη μια μεριά, η έρευνα είναι η πηγή της τεχνολογικής προόδου, μόνο η έρευνα με τι διάφορες μορφές της, μπορεί να εξηγήσει την αύξηση της κατά κεφαλήν παραγωγής, και βρίσκεται στην ρίζα της οικονομικής «ανάπτυξης» δηλαδή του πλεονάσματος που οι στρατιωτικοί οφείλουν να απορροφήσουν.
Ταυτόχρονα όμως συμμετέχει στην σπατάλη: οι επιστημονικές προσπάθειες στο διάστημα και τις πυρηνικές εφαρμογές είναι μια από τις μορφές απορρόφησης του πλεονάσματος, ένα έξοδο από το οποίο κανείς δεν περιμένει πραγματικά ένα θετικό οικονομικό αποτέλεσμα πριν περάσει πολύς καιρός, παρ’ όλους τους λόγους που ακούμε συχνά για τον οικονομικό αντίκτυπο. Τα στρατιωτικά κονδύλια και ορισμένα κονδύλια ερευνών συγγενεύουν φυσιολογικά, γιατί έχουν μια κοινή οικονομική λειτουργία.
Η επιστήμη λοιπόν μπαίνει στην υπηρεσία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, με τους επιστήμονες να εθελοτυφλούν στις περισσότερες περιπτώσεις ότι υπηρετούν την «καθαρή επιστήμη».
Ποια όμως είναι η θέση των επιστημόνων απέναντι στο τεράστιο αυτό θέμα. Δυστυχώς οι περισσότεροι από τους ερευνητές κλείνουν τα μάτια μπροστά σε μια πραγματικότητα: η έρευνα είναι μια κοινωνική δραστηριότητα, εξαρτάται από μια ζήτηση, κι ως ένα σημείο ακόμα και το περιεχόμενό της είναι αποτέλεσμα των πολιτικών και οικονομικών απαιτήσεων του κοινωνικού μας συστήματος. Έτσι ένα πραγματικός επιστήμονας δεν νοείται να συνεργάζεται, κι’ ακόμα περισσότερο για την υπόθεση της επιστήμης, με ανθρώπους που έχουν σαν μόνο επιστημονικό προορισμό τη μετατροπή της επιστημονικής προόδου σε εξοπλισμούς. Βέβαια πολλοί από τους ερευνητές αυτούς έχουν έτοιμο το άλλοθί τους: «Αν οι στρατιωτικοί είναι αρκετά ηλίθιοι, ώστε να μας δίνουν χρήματα νομίζοντας ότι θα τους κατασκευάσουμε βόμβες, γιατί εμείς να μη αποδεχθούμε τα χρήματά τους για να κάνουμε καθαρή επιστήμη»;
Αλλά σήμερα ξέρουμε καλά ποιος ξεγελάει ποιόν και για να πεισθεί κανείς αρκεί να ρίξει μια ματιά στις τεχνολογικές και ιδεολογικές επιπτώσεις της καθαρής επιστήμης σε πολέμους από τον μακρινό πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι τους σημερινούς.
Ιδού οι απόψεις εκπροσώπου του Πενταγώνου σχετικά με τις αντιρρήσεις που ξεσήκωσε η μαζική χρησιμοποίηση από τους Αμερικανούς βλαστησιοκτόνων ουσιών στο Βιετνάμ.
«Αν θέλουμε να παρεμποδίσουμε την τροφοδοσία με ρύζι των Βιετκόνγκ, τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην καταστροφή της συγκομιδής με βλαστησιοκτόνα και την αποστολή στρατευμάτων για να εμποδίσουν τον εχθρό να τροφοδοτηθεί; Το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο, απλώς η πρώτη μέθοδος απαιτεί λιγότερους άνδρες». («Το Πεντάγωνο υπερασπίζεται την χρήση χημικών προϊόντων» New York Times, 21 Σεπ.1966).
Περιπτώσεις σαν την παραπάνω θα μπορούσαν να αναφερθούν εκατοντάδες. Αρκεί να αναλογιστούμε πόσες έρευνες για εκ πρώτης όψεως ασύνδετα αντικείμενα, στην ουσία αποτελούν κομμάτια ενός μεγαλύτερου project όπως π.χ. αυτό της κατασκευής ενός F35 ή ενός συστήματος ραντάρ που μπορεί να δει τι γίνεται ακόμη και μέσα στην τουαλέτα ενός σπιτιού.
Το γενικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε πια τη ανακάλυψη από την εφαρμογή, την επιστημονική έρευνα από την, με διάφορους τρόπους, εκμετάλλευσή της. Η τεχνολογική κοινωνία μας τις έχει συνδέσει τόσο στενά που σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να τις θεωρήσουμε σαν τμήματα μιας ενιαίας διαδικασίας. Κατά συνέπεια ενώ οι περισσότεροι ερευνητές ξεκινούν από ανθρωπιστικές εκτιμήσεις ή από την αφιλοκερδή επιθυμία της ανακάλυψης της αλήθειας για την αλήθεια, οι ανακαλύψεις τους δεν μπορούν να διαχωριστούν απ’ τις εφαρμογές τους που, υπερβολικά συχνά, καταστρέφουν ή παραμορφώνουν την ανθρώπινη ζωή.
Και γιατί γίνονται τελικά όλες αυτές οι συγκρούσεις ; Απλώς για επέκταση επιρροής ή για εξασφάλιση πλουτοπαραγωγικών πόρων (ενέργεια, σπάνιες γαίες, κλπ.) ή για να αποτελέσουν την ασφαλιστική δικλίδα εκτόνωσης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος ;
Και για όσους μπορεί να θεωρήσουν όλα τα παραπάνω υπερβολικά και ίσως μονόπλευρα και δογματικά, θα συνιστούσα να ανατρέξουν στην ιστορία και δη στην περίφημη διάσκεψη του BRETTON WOODS, τον Ιούλιο του 1944, ενώ ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ακόμη σε εξέλιξη.
Οι δύο βασικοί στόχοι που απασχόλησαν τη συνδιάσκεψη ήταν: (α) ο σχεδιασμός ενός μεταπολεμικού νομισματικού συστήματος και (β) η ανοικοδόμηση των οικονομιών της Ευρώπης και της Ιαπωνίας. Ωστόσο, τα πραγματικά ερωτήματα που ετίθεντο, κάτω από την επιφάνεια των συνομιλιών αφορούσαν (i) το θεσμικό πλαίσιο που θα αποσοβούσε μια νέα Μεγάλη Ύφεση, δηλαδή τις κρίσεις υπερπαραγωγής, και (ii) την επιτήρηση και τον έλεγχο ενός τέτοιου πλαισίου. Και τα ζητήματα δημιούργησαν σημαντικές εντάσεις, ιδίως ανάμεσα στους δύο μεγάλους συμμάχους, που εκπροσωπούσαν Harry Dexter White για λογαριασμό των ΗΠΑ και ο πασίγνωστος οικονομολόγος John Maynard Keynes για λογαριασμό της Βρετανίας και δυστυχώς δεν υιοθετήθηκε ένα παγκόσμιο σύστημα κατεύθυνσης των πλεονασμάτων στις υποανάπτυκτες χώρες.
Έτσι, εξακολουθούμε και σήμερα να είμαστε δέσμιοι της λύσης των πολέμων και των στρατιωτικών συγκρούσεων, πράγμα που σημαίνει ότι, ακόμη και αν κάποιοι πόλεμοι γίνονται μακριά μας, στην ουσία μας επηρεάζουν και μάλιστα πολύ. Για παράδειγμα σήμερα που η ελληνική οικονομία έδειχνε σταθεροποιημένη, έρχεται η εκτόξευση των τιμών καυσίμων και ενέργειας και μας γυρίζει πολύ πίσω, ανατρέποντας όλα τα δεδομένα.
Δυστυχώς λοιπόν οι προβλέψεις για το μέλλον του κόσμου είναι μάλλον δυσοίωνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου