
Γράφει ο Γ. Σκόκας
Η είδηση: "Η Ελλάδα εντάσσεται στο «Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO 2015». Πιο συγκεκριμένα, πέντε περιοχές της Ελλάδας εντάσσονται στο «Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO»"
Η είδηση: "Η Ελλάδα εντάσσεται στο «Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO 2015». Πιο συγκεκριμένα, πέντε περιοχές της Ελλάδας εντάσσονται στο «Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO»"
Οι
διαπιστώσεις: "Η αναγνώριση από την UNESCO των παραπάνω περιοχών,
καταδεικνύει τον πλούτο της ελληνικής γεωλογικής κληρονομιάς.
Αναδεικνύει ταυτόχρονα τις ευκαιρίες και δυνατότητες που ανοίγονται μέσω
της προβολής και της ορθολογικής τους διαχείρισης για την αναβάθμιση
του τουριστικού προϊόντος και τη βιώσιμη τοπική ανάπτυξη."
Ε,
και; Θα πουν πολλοί. Πέντε περιοχές σε ένα απέραντο ξενοδοχείο που
λέγεται Ελλάδα, από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς
παγκοσμίως. Και οι τρεις είναι ήδη τουριστικά ανεπτυγμένες. Όσο για την
λεγόμενη "βιώσιμη ανάπτυξη*" είναι ζητούμενο έτσι και αλλιώς. Ωστόσο,
αυτό που θέλει να δείξει ο συγγραφέας της παραπάνω είδησης είναι ότι
ένας χαρακτηρισμός, ειδικά από έναν διεθνή οργανισμό, δίνει αυτό που στα
οικονομικά καλείται υπεραξία, προσφέρει χαμηλού κόστους, έως μηδενικού,
διαφήμιση και προσφέρει επιπλέον κίνητρο προς τις κατευθύνσεις που
αναφέρονται.
Κάτι
το οποίο έχει αγνοηθεί στην Ελλάδα που καταστρέφει συστηματικά
παρόμοιους πόρους ή τους θεωρεί ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη, την οποία
ανάπτυξη όμως και πάλι δεν έχει ορίσει με τι όρους και προς ποιες
κατευθύνσεις την θέλει. Και μπορεί σε άλλες εποχές που ο τουρισμός δεν
είχε τόσο μεγάλη οικονομική σημασία και το περιβάλλον δεν είχε διαφανεί
πόσο πιέζεται κάτι τέτοιο να είχε νόημα. Είχε όμως και αποτέλεσμα την
απώλεια σημαντικών φυσικών τοπίων τόσο από άποψη κάλους όσο και από
άποψη περιβαλλοντικής ισορροπίας, με πολλά παραδείγματα ειδικά σε
παραλιακές περιοχές. Αλλά και την απώλεια σημαντικού ανθρωπογενούς
κατασκευής κεφαλαίου με αποκορύφωμα αρχιτεκτονικά «μνημεία» της
νεότερης ιστορίας με αποκορύφωμα την τσιμεντοποίηση της Αθήνας και άλλων
πόλεων και την δια παντός απώλεια αρχιτεκτονικών αριστουργημάτων.
Ειδικά σε αυτόν τον τομέα ότι έχει απομείνει ακόμη είναι τα
χαρακτηρισμένα διατηρητέα και οι παραδοσιακοί οικισμοί. Σε αντίθεση με
σχεδόν το σύνολο της υπόλοιπης Ευρώπης όπου έχουν διατηρηθεί τα παλαιά
κτίρια σαν μέρος του τουριστικού προϊόντος, ειδικά εκεί που δεν έχουν
και ήλιο και θάλασσα! Ακόμη και στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ ή
σε χώρες και περιοχές που είχαν ισοπεδωθεί κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Στο
εσωτερικό και πάλι, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορεί να είναι η
περιοχή της Φωκίδας. Πέραν του αρχαιολογικού χώρου των Δελφών που έχει
αναδειχθεί και αποτελεί μέρος τουριστικών πακέτων, οπουδήποτε αλλού
ανακαλύπτονται αρχαιότητες θεωρούνται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη. Εμπόδιο
είναι και οι χαρακτηρισμοί κτιρίων ως διατηρητέα ή η απαίτηση προστασίας
τους από παρεμβάσεις, τόσο στα ίδια όσο και στον περιβάλλοντα χώρο
τους. Σε μια περιοχή που μέχρι τον μεσοπόλεμο αλλά και για αρκετά χρόνια
αργότερα είχε ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα στη χώρα, την
Άμφισσα, και σημαντική συμμετοχή στην εθνική οικονομία αλλά και στον
πολιτισμικό τομέα. Εμπόδιο και η προστασία περιβαλλοντικών πόρων, κυρίως
μέσω του Ευρωπαϊκού δικτύου ΦΥΣΗ 2000, αλλά και ο χαρακτηρισμός
μνημείων, πέρα από αρχαιολογικά, όπως η περιοχή του ελαιώνα της
Άμφισσας, από την UNESCO καλή ώρα. Φυσικά ακόμη δεν έχει οριστεί
επακριβώς το παραγωγικό μοντέλο της περιοχής μετά από μια μακρά εποχή με
μοναδικό προσανατολισμό την εξορυκτική δραστηριότητα. Οι περισσότερες
φωνές πλέον αναφέρονται στον τουρισμό, που σε άλλες περιοχές αφήνει
αρκετά χρήματα κάνοντας πρότυπα, και στην πρωτογενή παραγωγή,
επηρεασμένες σε μεγάλο βαθμό και από την διαφήμιση της λεγόμενης
παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Μέχρι
τώρα λοιπόν, ελάχιστα πράγματα την έχουν γλιτώσει και μπορούν να
προσφέρουν σε μια τέτοια μορφή τουρισμού και βιώσιμης ανάπτυξης. Η
παραδοσιακή αρχιτεκτονική ειδικά των ορεινών χωριών που εξελίχθηκαν σε
παραθεριστικούς οικισμούς έχει βιασθεί, οι πολλές μικρές παραλίες έχουν
μετατραπεί αυλές σπιτιών και χώρους για τραπεζάκια καταστημάτων και οι
ορεινοί όγκοι δίνονται χωρίς μέτρο για εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας
-πράσινης** μεν με επιπτώσεις δε σε βιοτικό και αβιοτικό περιβάλλον.
Με το φυσικό περιβάλλον βέβαια να αποτελεί την κύρια συνιστώσα του
κεφαλαίου στην αγροτική παραγωγή. Και αυτό που επί της ουσίας συμβαίνει,
στον μεν πρωτογενή τομέα δεν είναι κάτι περισσότερο από ότι στην
υπόλοιπη χώρα με τη συνεχή αναζήτηση επιδοτήσεων και την πραγματική
παραγωγή στην εντατική -σε απόλυτη συμφωνία με την εθνική πολιτική. Στον
τουριστικό τομέα από την άλλη, το μοναδικό αξιοθέατο, ο αρχαιολογικός
χώρος των Δελφών με το μουσείο του, έχει μετατραπεί σε μονοήμερη
εκδρομή, και οι παραλίες και οι ορεινοί όγκοι στηρίζονται στις
επισκέψεις των καταγόμενων από την περιοχή εσωτερικών μεταναστών. Φυσικά
η Φωκίδα δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα μιας τέτοιας κατάστασης, αλλά
ένα καλό παράδειγμα.
Συμπέρασμα:
Ή κάτι κάνουμε λάθος ή ο συγγραφέας του αρχικού άρθρου είναι
υπεραισιόδοξος στην καλύτερη περίπτωση ή λαϊκιστής σε μια πιο άσχημη.
Τελικά, για να απαντήσουμε πιο σίγουρα ίσως να πρέπει να δοκιμάσουμε και
κάποιους άλλους τρόπους διαχείρισης, και μετά ίσως απαντήσουμε και στο
ερώτημα κατά πόσο «Η, όποια, αναγνώριση αποτελεί ευκαιρία και δυνατότητα
για την αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος και τη βιώσιμη τοπική
ανάπτυξη».
* Το κατά πόσο είναι ορθός ένας όρος όπως η “βιώσιμη ανάπτυξη” είναι ένα θέμα προς συζήτηση όχι όμως του παρόντος κειμένου.
** Υπό συζήτηση είναι και το θέμα του πόσο πράσινη, αναλόγως του τόπου και του τρόπου εγκατάστασής της και χρήσης της, είναι η παραγωγή ενέργειας από τις ΑΠΕ.
** Υπό συζήτηση είναι και το θέμα του πόσο πράσινη, αναλόγως του τόπου και του τρόπου εγκατάστασής της και χρήσης της, είναι η παραγωγή ενέργειας από τις ΑΠΕ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου