
Θυμάμαι όταν έρχονταν αυτές οι Άγιες ημέρες του χρόνου και ήμουν παιδί , σκιρτούσε η καρδιά μου επειδή κάτι διαφορετικό θα συνέβαινε στην καθημερινότητά μου.
Χρόνια στερημένα , αλλά περήφανα .
Αυτό που περίμενα , ήταν να ακούσω χαράματα τις καμπάνες της εκκλησίας να χτυπήσουν χαρμόσυνα να αναγγείλουν την γέννηση του Χριστού και αμέσως μετά την πρωϊνή λειτουργία να μυρίσω την τσίκνα απ’ το κοντοσούβλι που έβαζε στην ψησταριά ο πατέρας μου.
Ένα ζεστό φιλί απ τους γονείς μου και ένα τσούγκρισμα των ποτηριών με την γιαγιά μου και ευχές για υγεία και προκοπή.
Η γιαγιά μου , που είχε πάντα κάτι να διηγηθεί απ τα παλιά για τις μέρες τούτες , για τα καλλικατζούρια και τα άλλα ξωτικά που περίμεναν στην αυλή να μας μπερδέψουν με την παιχνιδιάρικη διάθεσή τους.
Ξεχωριστό ήταν και το στόλισμα του φυσικού δέντρου που βγάζαμε στην βεράντα με τα λιγοστά στολίδια στα κλαδιά του . Η ζεστασιά του σπιτιού από μια σόμπα πετρελαίου με μπουριά που έχαναν και μαύριζε το ταβάνι , αλλά δεν με ένοιαζε.
Αυτό που θυμάμαι τις μέρες αυτές είναι το ξεχωριστό στόλισμα των μαγαζιών και ο φωτισμός τους που με τα πενιχρά μέσα της εποχής εκείνης έδιναν μια άλλη όψη στην μικρή αγορά της πόλης….
Η διασταύρωση Μεταμορφώσεως και Καποδιστρίου με τα τρία γωνιακά μπακάλικα, το καφενείο του Κώστα , το ραφτάδικο του Νίκου, το φαρμακείο του Βακάλη , ο Κοντοκοντής , ο Θανασούλης ο Τσίγκας και απέναντι ο Παταριάς , ο Μπέτσος , ο Γιαϊτζής , ο Ανδριοσάτος , το τσαγκάρικο του Παπαδάκη όλα στην σειρά με κάτι ξεχωριστό για τα παιδικά μου μάτια.. το στόλισμα και μια εξτρά λάμπα , ένας επιπλέον φωτισμός , που φώτιζε τις μέρες τούτες ..
Και τότε υπήρχε κρίση και μάλιστα διαρκής. Ανεργία , μετανάστευση στο εξωτερικό και ερήμωση της επαρχίας με την μετακίνηση πληθυσμών στις μεγάλες πόλεις.
Όμως υπήρχε φιλότιμο , αξιοπρέπεια και προσδοκία για ένα καλύτερο μέλλον.
Έγραψα αυτές τις λίγες αράδες για να θυμίσω πως για την δημιουργία ενός διαφορετικού εορταστικού κλίματος για το ξεχωριστό των ημερών , είναι απαραίτητο το στόλισμα των μαγαζιών και η φωταψία τους .
Προτρέπω τους συμπατριώτες μου καταστηματάρχες να στολίσουν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους τις βιτρίνες τους και ν αφήσουν επιπλέον φώτα αναμμένα τις νυχτιές , το κόστος θάναι ελάχιστο . Επίσης στα σπίτια μας , ας ανάψουμε κανένα λαμπιόνι στην βεράντα , δεν χάθηκε ο κόσμος . Ξέρω πως έχει μαυρίσει η ψυχή μας με την κρίση που μας επιβάλλανε . Αλλά , για όνομα Θεού Χριστούγεννα θάναι , γεννιέται ο Χριστός να μας θυμίσει πως υπάρχει ελπίδα για καλύτερη και πιο ανθρώπινη ζωή και ένας νέος χρόνος μας περιμένει με τα καλά και τα κακά του.
Δεν θέλω νάρχεται στ αυτιά μου ο μονότονος και μελαγχολικός ήχος της βροχής στα τσίγκα της αγοράς προσπαθώντας να διασχίσω τους Θεοσκότεινους και λασπωμένους δρόμους της πόλης μας με τις καινούργιες γαλότσες που μου αγόρασε η μάνα μου , με τα λεφτά απ’ τα κάλαντα….
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου