Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Το νέο πολιτικό σκηνικό ( Σαράντη Μιχαλόπουλου )

 ΤΟ ΝΕΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΚΗΝΙΚΟ

Έχω άδικο να είμαι απαισιόδοξος ; 


Με τα δύο νέα κόμματα που ιδρύθηκαν επισήμως, το πολιτικό σκηνικό αναδιαμορφώνεται σημαντικά. Ανεξάρτητα όμως από τη δυναμική κάθε κόμματος και την επιρροή του στο εκλογικό σώμα, το βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι η κοινωνία εξακολουθεί να εμφανίζει μία μεγάλη ποικιλία απόψεων για το ποιος θα ήταν ο καλύτερος για να κυβερνήσει τον τόπο. Και βέβαια, το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι σημερινό αλλά διαχρονικό.

Εκείνο όμως που για μένα είναι σημαντικό είναι το γεγονός ότι η κρίση των πολιτών δείχνει να "εγκλωβίζεται" σε κάποια "πιστεύω", τα οποία εμφανώς δεν συμβαδίζουν με πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελούν επιλογές του καθενός, στα πλαίσια μίας βαθύτερης προσωπικής επιθυμίας, που δεν τααυτίζεται αναγκαστικά με την αλήθεια.

Έτσι, αν ρωτήσει κανείς τον υποστηρικτή ενός κόμματος γιατί επιλέγει αυτό το κόμμα και όχι κάποιο άλλο, θα επικαλεστεί μία σειρά επιχειρημάτων που είναι διαμετρικά αντίθετα από τα επιχειρήματα ενός αντίστοιχου υποστηρικτή άλλου κόμματος.
Επειδή όμως η αλήθεια είναι τις περισσότερες φορές μία, το ερώτημα είναι γιατί δεν την αντιλαμβάνονται όλοι οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το σύστημα διαχείρισης των επιδοτήσεων ήταν διάτρητο και δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι ηποκάλυψή" του έγινε μετά από κάποιες καταγγελίες και όχι από συνειδητή επιλογή της Διοίκησης να διορθώσει εσωτερικές αδυναμίες που η ίδια έχει εντοπίσει.


Είναι όμως ή δεν είναι χρέος της κάθε Κυβέρνησης να εφαρμόζει σωστά συστήματα διαχείρισης θεμάτων που εν τέλει αφορούν όλους τους πολίτες ; Και είναι δυνατόν να επικαλείται αυτή η κυβέρνηση "διαχρονικές παθογένειες", όταν βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας για μία αρκετά μεγάλη περίοδο χρόνου ;

Αυτό είναι αναμφισβήτητα μία «αλήθεια» που όμως την βλέπει μόνο ο κόσμος της αντιπολίτευσης και όχι ο κόσμος (ο περισσότερος, τουλάχιστον) της ΝΔ.

Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για άλλα θέματα που έχουν απασχολήσει την κοινωνία και για τα οποία η κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι σοβαρά υπόλογη (π.χ. Τέμπη), εκείνο όμως που βλέπουμε είναι ότι μία σημαντική μερίδα του λαού δείχνει (τουλάχιστον δημοσκοπικά) να μην επηρεάζεται από τέτοια θέματα στην επιλογή του καταλληλότερου κόμματος για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό ; Σίγουρα για πολλούς λόγους, ανάμεσα στους οποίους είναι και η επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης, όπου προβάλλεται συνεχώς η "πετυχημένη" διαχείριση άλλων θεμάτων, όπως π.χ. των οικονομικών. Είναι όμως η απόλυτα αληθές το αφήγημα ότι "εμείς μειώσαμε τους φόρους, ενώ οι άλλοι τους είχαν αυξήσει», όταν αυτή η αύξηση των φόρων ήταν απολύτως αναγκαία για να ξεπεράσουμε τον κίνδυνο χρεωκοπίας, τον οποίο μάλιστα άλλοι είχαν δημιουργήσει ;

Και το παραπάνω ερώτημα θα μπορούσε να διατυπωθεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και προς τους υποστηρικτές π.χ. του ΣΥΡΙΖΑ (ή και του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα), όταν εκείνοι ισχυρίζονται ότι οι κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μείωσαν δραματικά τις συντάξεις, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ τις μείωσε "μόνο 1%". Θα μπορούσε άραγε να σταθεί η προσπάθεια για έξοδο από τα μνημόνια χωρίς μειώσεις των μισθών και των συντάξεων ; Και αν ναι, γιατί δεν αποκαταστάθηκαν οι συντάξεις αλλά παραμένουν ουσιαστικά αναλλοίωτες ακόμη και σήμερα ; Δεν είναι και αυτό μία «αλήθεια» που δεν θέλουν να δουν οι οπαδοί της αντιπολίτευσης ;

Μπορεί λοιπόν να πείσει κάποιος τους πολίτες για δουν τις παραπάνω αλήθειες με τον σωστό τρόπο ; Μάλλον όχι. Οι περισσότεροι θα συνεχίσουν να πιστεύουν τις δικές τους «μισές» αλήθειες, είτε αυτές αναφέρονται στο δικό τους κόμμα τους είτε στο κόμμα των αντιπάλων τους. Και η πανσπερμία των κομματικών επιλογών θα συνεχιστεί, χωρίς ελπίδα αλλαγής.

Πριν κλείσω την αναφορά μου αυτή και μάλιστα με τόσο πεσιμιστικό τρόπο, είναι καλό να διαβάσει κανείς το παρακάτω άρθρο που αναφέρεται σε αυτό που ανέφερα παραπάνω σαν «επικοινωνιακή πολιτική» και που ο αρθρογράφος αποκαλεί αρκετά κυνικά σαν «προπαγάνδα».

«Ο ανιψιός του Σίγκμουντ Φρόιντ έγραψε το 1928 ένα βιβλίο 168 σελίδων που δίδαξε στις αμερικανικές εταιρείες πώς να κατασκευάζουν επιθυμία — και σχεδόν κάθε διαφημιστική καμπάνια και πολιτική στρατηγική που έχεις δει έκτοτε βασίζεται ακόμη στο εγχειρίδιο που έγραψε πριν από έναν αιώνα.

Το όνομά του ήταν Edward Bernays. Το βιβλίο λεγόταν Propaganda. Και το πιο παράξενο είναι πως ήταν απολύτως ειλικρινής για αυτό που έκανε.


Ξεκινούσε με μία από τις πιο ανατριχιαστικές φράσεις που έχουν δημοσιευτεί ποτέ σε βιβλίο μη λογοτεχνίας:


«Η συνειδητή και ευφυής χειραγώγηση των οργανωμένων συνηθειών και απόψεων των μαζών αποτελεί σημαντικό στοιχείο της δημοκρατικής κοινωνίας. Εκείνοι που χειρίζονται αυτόν τον αόρατο μηχανισμό της κοινωνίας συγκροτούν μια αόρατη κυβέρνηση, η οποία είναι η πραγματική κυρίαρχη δύναμη της χώρας μας.».


Δεν σε προειδοποιούσε γι’ αυτό. Διαφήμιζε τις υπηρεσίες του. Ο Bernays είχε καταλάβει κάτι που κανείς στις αρχές του 20ού αιώνα δεν είχε διατυπώσει τόσο καθαρά. Το παλιό μοντέλο πώλησης προϊόντων είχε καταρρεύσει. Δεν αρκούσε πλέον να περιγράφεις ένα προϊόν και να περιμένεις ότι ο κόσμος θα το αγοράσει. Οι άνθρωποι δεν παίρνουν αποφάσεις βασισμένοι στις πληροφορίες. Παίρνουν αποφάσεις βασισμένοι στο συναίσθημα, στην ταυτότητα και στην κοινωνική πίεση — και μετά κατασκευάζουν μια λογική ιστορία για να εξηγήσουν αυτό που ήδη ήθελαν να κάνουν.


Ο θείος του, Sigmund Freud, είχε περάσει δεκαετίες καταγράφοντας αυτό το φαινόμενο στην κλινική ψυχολογία. Ο Bernays πήρε αυτή τη γνώση και τη στόχευσε στις αγορές καταναλωτών και στις πολιτικές εκστρατείες.


Η υπόθεση που τον έκανε διάσημο είναι και αυτή που σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει ολόκληρη.

Το 1929, η American Tobacco Company τον προσέλαβε επειδή οι γυναίκες δεν αγόραζαν τσιγάρα. Το κάπνισμα δημοσίως θεωρούνταν σκανδαλώδες για τις γυναίκες εκείνη την εποχή. Η αγορά ήταν πρακτικά κομμένη στη μέση λόγω κοινωνικού ταμπού και η εταιρεία δεν μπορούσε να βρει τρόπο να το σπάσει.


Ο Bernays δεν έκανε απλώς μια διαφημιστική καμπάνια. Προσέλαβε έναν ψυχαναλυτή για να ανακαλύψει τι συμβόλιζαν τα τσιγάρα για τις γυναίκες. Η απάντηση ήταν ότι τα τσιγάρα αντιπροσώπευαν την ανδρική δύναμη και ότι το ταμπού απέναντι στις γυναίκες που κάπνιζαν ήταν σύμβολο ανδρικής κυριαρχίας πάνω στη γυναικεία ελευθερία.


Έτσι σκηνοθέτησε ένα γεγονός. Στρατολόγησε μια ομάδα κομψών νεαρών γυναικών για να παρελάσουν στην πασχαλινή παρέλαση της Νέας Υόρκης το 1929 και να ανάψουν τσιγάρα δημόσια σε μια συντονισμένη στιγμή. Είχε ειδοποιήσει εκ των προτέρων τον Τύπο λέγοντάς του να περιμένει μια φεμινιστική διαμαρτυρία. Ονόμασε τα τσιγάρα «Δάδες της Ελευθερίας».


Οι φωτογραφίες βρέθηκαν στα πρωτοσέλιδα εφημερίδων σε όλη τη χώρα. Μέσα σε λίγα χρόνια, το ποσοστό γυναικών που κάπνιζαν εκτοξεύθηκε. Δεν είχε πουλήσει τσιγάρα. Είχε πουλήσει απελευθέρωση — και το τσιγάρο ήρθε πακέτο μαζί της.


Ο μηχανισμός πίσω από κάθε του κίνηση είναι αυτό που δεν πρέπει να ξεχάσεις. Δεν πουλούσε ποτέ το προϊόν. Πουλούσε την ταυτότητα που αντιπροσώπευε το προϊόν. Δεν αντιπαρατιθόταν ποτέ με το κοινό. Αναδιαμόρφωνε το περιβάλλον έτσι ώστε το συμπέρασμα που επιθυμούσε, να μοιάζει σαν ιδέα του ίδιου του κοινού. Δεν απευθυνόταν στη λογική. Απευθυνόταν στους ασυνείδητους συνειρμούς που ήδη υπήρχαν μέσα στους ανθρώπους και συνέδεε διακριτικά το προϊόν του πελάτη του με αυτούς.


Κάθε καμπάνια influencer marketing, κάθε πολιτική διαφήμιση, κάθε διαφήμιση στο Super Bowl που σε κάνει να νιώθεις κάτι χωρίς να σου λέει ακριβώς γιατί, κάθε ειδησεογραφικό κομμάτι που πλαισιώνει μια ιστορία πριν προλάβεις να τη σκεφτείς, λειτουργεί πάνω σε κάποια εκδοχή του αρχικού του συστήματος.


Πέθανε το 1995, σε ηλικία 103 ετών. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έδωσε συνεντεύξεις όπου παραδεχόταν ότι είχε συμβάλει στην ανατροπή της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης της Γουατεμάλας το 1954, χειραγωγώντας την αμερικανική κοινή γνώμη εναντίον της. Το έλεγε χωρίς καμία μεταμέλεια. Ήταν περήφανος για τη δουλειά του».


Ποιος λοιπόν σήμερα μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από την προπαγάνδα, ειδικά όταν υπάρχουν τόσα πολλά μέσα επικοινωνίας, πέρα από τα κλασσικά (ραδιόφωνο, εφημερίδες, τηλεόραση), όπου μάλιστα τελευταία επιστρατεύεται και η τεχνική νοημοσύνη ;


Δεν υπάρχουν σχόλια: