Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

Το πείραμα του Χάρλοου που απέδειξε τη δύναμη της αγάπης (Lauren Slater)

Τα πειράματα του Χάρι Χάρλοου με τις συρμάτινες μαϊμούδες αποτελούν απτή απόδειξη για την ψυχολογία της προσκόλλησης. Ο Χάρλοου κατάφερε να δείξει ότι τα νεογνά των μαϊμούδων ενδιαφέρονταν περισσότερο για μια στοργική θετή μητέρα παρά για μια μητέρα φτιαγμένη από μέταλλο που είχε γάλα. Με αυτό του το εύρημα, γεννήθηκε η επιστήμη της σωματικής επαφής. Τα πειράματά του, που πολλά απαθανατίστηκαν σε ταινία, προκαλούν ανατριχίλα και αναδεικνύουν τη σημασία της εγγύτητας στη ζωή μας.



Όταν ο Χάρλοου πήγε στο Μάντισον προγραμμάτιζε να μελετήσει αρουραίους, αλλά κατέληξε στις μαϊμούδες, και μάλιστα σε μια εύστροφη ράτσα που λέγεται μακάκος. Από τότε που ήταν ακόμα φοιτητής του Τέρμαν, ο Χάρλοου είχε αρχίσει να σκέφτεται ένα τεστ νοημοσύνης για μαϊμούδες, ένα είδος προφίλ δείκτη νοημοσύνης πιθηκοειδών- σημείωσε μάλιστα εξαιρετική επιτυχία αποδεικνύοντας πως αυτά τα μικρά πρωτεύοντα θηλαστικά μπορούσαν να επιλύσουν προβλήματα με πολύ πολύπλοκους τρόπους απ’ό,τι είχαν ποτέ διανοηθεί προηγούμενοι ερευνητές πρωτευόντων θηλαστικών. Η φήμη του εξαπλώθηκε. Στο Μάντισον του παραχώρησαν ένα παλιό εργοστάσιο κυτιοποιίας, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως εργαστήριο για πρωτεύοντα θηλαστικά, και οι φοιτητές άρχισαν να τον αναζητούν. Όταν μελετούσε τις μαϊμούδες, ο Χάρλοου χώριζε τα μικρά απ’ τις μητέρες και τις υπόλοιπες μαϊμούδες και κάπως έτσι, τυχαία, απέκτησε τη φήμη. Μελετούσε το μυαλό της μαϊμούς, αλλά παρατηρούσε και τις συναισθηματικές της αντιδράσεις κι αναρωτιόταν. Όταν τα μικρά ήταν ξέχωρα απ’τους άλλους, συνδέονταν πολύ με την πετσέτα που κάλυπτε τον πάτο του κλουβιού. Ξάπλωναν πάνω της, τη μάγκωναν με τις μικρές γροθιές τους κι αν τους την έπαιρναν πάθαιναν νευρική κρίση, όπως κάνει κι ένα μωρό του ανθρώπινου είδους με μια κουρελιασμένη κουβέρτα ή ένα αρκουδάκι. Οι μαϊμούδες λάτρευαν αυτές τις πετσέτες. Γιατί όμως; Ήταν ένα τεράστιο ερώτημα. Στο παρελθόν, η προσκόλληση είχε εξηγηθεί αναφορικά με την ανταμοιβή μέσω της παροχής τροφής. Αγαπάμε τη μητέρα μας, επειδή θέλουμε το γάλα της. Το μωρό προσκολλάται στη μητέρα του, επειδή βλέπει τα γεμάτα στήθη, τη σκούρα θηλή και τη ρώγα που ανασηκώνεται από τις πτυχώσεις της, κι εκείνο αισθάνεται δίψα ή πείνα. Ο Κένεθ Χαλ και Κλαρκ Σπενς είχαν πει πως η ανθρώπινη προσκόλληση βασίζεται στη θεωρία της μείωσης των ορμών: η πείνα είναι πρωτεύουσα ορμή και θέλουμε να τη μειώσουμε- το ίδιο συμβαίνει με τη δίψα και το σεξ. Από τη δεκαετία του 1930 και μέχρι τη δεκαετία του 1950, η θεωρία της μείωσης των ορμών και ο συσχετισμός της με την αγάπη ήταν αναμφισβήτητη.

Ο Χάρλοου όμως άρχισε να την αμφισβητεί. Τάιζε τα μαϊμουδάκια με το χέρι, με πλαστικά μπουκαλάκια κι όταν τους τα έπαιρνε, τα μωρά απλώς πλατάγιζαν τα χείλια τους, σκουπίζοντας ίσως και κάποια σταγόνα που είχε στάξει στο μαλλιαρό τους πηγούνι. Όταν όμως ο Χάρλοου προσπαθούσε να τους πάρει την πετσέτα, ε τότε, τα πιθηκάκια ούρλιαζαν σαν να ήταν σε σφαγείο, κυλιούνταν κάτω, έτσι μικρόσωμα που ήταν, κι άδραχναν μια άκρη απ’το ύφασμα. Όλη αυτή η εικόνα γοήτευσε τον Χάρλοου. Τα πιθηκάκια ούρλιαζαν, κι εκείνος ταξίδευε κάπου αλλού, σε κάποιαν άλλη εποχή: έβλεπε τη Μέιμπελ- τη μητέρα του- να στέκεται δίπλα στο παράθυρο και τον εαυτό του να είναι μόλις μισό μέτρο μακριά από το βελούδινο αλλά δροσερό πλευρό της. Κι εκείνος σχεδίαζε ζώα που πετούσαν σ’ένα δικό τους δάσος. Παρατηρούσε τις μαϊμούδες που ξεφώνιζαν και σκέφτηκε την αγάπη. Τι είναι η αγάπη; Τότε ο Χάρλοου κατάλαβε. Όπως επισημαίνει και η βιογράφος του, η Μπλουμ, ο καλύτερος τρόπος να καταλάβεις μια καρδιά είναι να τη σπάσεις.

Οι μακάκοι μοιράζονται περίπου το 94% της γενετικής τους κληρονομιάς με τους ανθρώπους. Αυτό δηλαδή σημαίνει ότι οι άνθρωποι είναι κατά 94% μακάκοι κι 6% άνθρωποι. Καθώς ανεβαίνουμε την κλίμακα της εξελικτικής ιστορίας των ειδών, είμαστε περίπου κατά 98% ουρακοτάγκοι ή κατά 99% περίπου χιμπατζήδες και το μόνο ανθρώπινο χαρακτηριστικό που μας απομένει είναι η γυμνή μας σάρκα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, οι ερευνητές ψυχολόγοι από καιρό προτιμούν να χρησιμοποιούν για τα πειράματά τους πρωτεύοντα θηλαστικά. Όπως λέει κι ο ερευνητής πρωτευόντων θηλαστικών Ρότζερ Φουτς: “Οι μαϊμούδες διαθέτουν ένα πλήρες ρεπερτόριο επικοινωνίας, μια ολοκληρωμένη και περίπλοκη νοημοσύνη που εμείς δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε απλώς και μόνο λόγω της καρτεσιανής οπτικής που έχουμε για τον κόσμο”.

Για το πείραμα χρειάστηκαν κόφτες για σύρμα, κώνοι από χαρτόνι, ενεργά πηνία, ατσάλινα καρφιά και μαλακό ύφασμα. Ο Χάρλοου χρησιμοποίησε τους κόφτες για να φτιάξει μια συρμάτινη “μητέρα”- ο κορμός της αποτελούνταν από μικρά τετραγωνάκια και “στην πρόσθια κοιλιακή χώρα” είχε ένα και μοναδικό άκαμπτο μαστό. Στο μαστό ήταν στερεωμένη μια ατσάλινη ρώγα με μια μικροσκοπική τρύπα από όπου έρεε γάλα.

Κατόπιν ο Χάρλοου έφτιαξε μια θετή μητέρα από ένα χαρτονένιο κώνο, τυλιγμένο με μαλακή πετσέτα.

Σχεδιάσαμε τη θετή μητέρα σε συνάρτηση με τις αρχές των ανθρώπινων μηχανισμών… Φτιάξαμε ένα βελτιωμένο και τέλειο σε αναλογίες σώμα, χωρίς περιττά εξογκώματα και προσαρτήσεις. Οι υπερβολές στο σώμα της θετής μητέρας αποφεύχθηκαν μειώνοντας τα δύο στήθη σε ένα και τοποθετώντας το μοναδικό στήθος σαν κέρας στο άνω θωρακικό τμήμα. Μ’ αυτόν τον τρόπο μεγιστοποιήθηκαν οι φυσικές και γνωστές αντιληπτικές και κινητικές ικανότητες του βρέφους-χειριστή… Το αποτέλεσμα ήταν μια μητέρα, απαλή, ζεστή και τρυφερή- μια μητέρα με απεριόριστη υπομονή, μια μητέρα διαθέσιμη 24 ώρες τη μέρα… Επιπλέον, σχεδιάσαμε μια μητέρα-μηχανή όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη ως προς την τεχνική συντήρησή της, αφού η βλάβη οποιουδήποτε συστήματος ή οποιασδήποτε λειτουργίας μπορούσε ν’ αποκατασταθεί με μια απλή αντικατάσταση των μαύρων κουτιών και νέα ανταλλακτικά. Μολονότι πιστεύουμε ότι κατασκευάσαμε μια ανώτερη μητέρα-μαϊμού, αυτήν την άποψη δεν τη συμμερίζονται κι όλες οι μαϊμούδες-πατεράδες.

Κι έτσι, άρχισαν το πείραμα. Πήραν μια ομάδα από νεογέννητα μαϊμουδάκια και τα έβαλαν στο κλουβί με τις δύο θετές μητέρες: τη γεμάτη τροφή συρμάτινη μητέρα και την υφασμάτινη με το άδειο στήθος και το γλυκό χαμόγελο. Οι σημειώσεις των βοηθών του εργαστηρίου δίνουν με κάθε λεπτομέρεια την τραυματική εμπειρία του πειράματος: όταν οι πραγματικές μητέρες συνειδητοποιούσαν ότι τους είχαν κλέψει τα μικρά τους, ούρλιαζαν και χτυπούσαν το κεφάλι τους στο κλουβί- τα μικρά, τα οποία έβγαζαν ήχους που έμοιαζαν με το αγκομαχητό μιας μηχανής τρένου, τα πέταξαν βιαστικά σ’ ένα ξεχωριστό χώρο. Οι ώρες περνούσαν κι ο φόβος των ζώων συνεχιζόταν, διαχεόταν και βρομούσε ολόκληρο το εργαστήριο- κόπρανα απ’ την αγωνία και μαλακά περιττώματα που αποτελούσαν ένδειξη, όπως γράφει ο Χάρλοου, ενός υψηλού βαθμού συναισθηματικότητας. Ήταν τόσο η θλίψη των μαϊμούδων, ώστε τα κλουβιά ήταν πασαλειμμένα με κόπρανα κι έμοιαζαν σαν χρυσά. Τα μικρά ήταν κουλουριασμένα σαν μπαλάκια με τις ουρές τους ψηλά κι άφηναν να φαίνεται ο μικρούλης δυσώδης πρωκτός τους.

Ύστερα όμως, ο Χάρλοου παρατήρησε ότι κάτι θαυμάσιο είχε αρχίσει να συμβαίνει. Μέσα σε λίγες μέρες, τα μωρά μετέθεσαν τη στοργή τους απ’ την πραγματική τους μητέρα, η οποία δεν ήταν πλέον διαθέσιμη, στην υφασμάτινη θετή μητέρα στην οποία και προσκολλήθηκαν. Σκαρφάλωναν πάνω της, τα μικρά τους χέρια έπαιζαν με το πρόσωπό της, τη δάγκωναν απαλά και περνούσαν ατελείωτες ώρες πάνω στην κοιλιά και την πλάτη της. Ωστόσο, η υφασμάτινη μητέρα δεν είχε γάλα, κι έτσι όταν τα μικρά πεινούσαν, το έβαζαν στα πόδια, πετάγονταν μέχρι την ατσάλινη θηλαστική μηχανή -τη συρμάτινη μητέρα δηλαδή- κι ύστερα, χορτασμένα πια, έτρεχαν πίσω στην ασφάλεια της απαλής πετσέτας. Ο Χάρλοου αποτύπωσε σε γράφημα το μέσο όρο του χρόνου που περνούσαν τα μικρά με την τροφό σε σύγκριση με το χρόνο που περνούσαν με τα χαϊδολογήματα. Η καρδιά του πρέπει να χτυπούσε γρήγορα, επειδή βρίσκονταν πολύ κοντά σε μια ανακάλυψη- ύστερα όμως βρέθηκε ακόμα πιο πέρα από την ανακάλυψη . “Μολονότι δεν μας εξέπληξε η ανακάλυψη πως η ανακούφιση που προέρχεται απ’ την επαφή ήταν μια σημαντική και βασική μεταβλητή στοργής ή αγάπης, ωστόσο δεν αναμέναμε να επισκιάσει τόσο ολοκληρωτικά τη μεταβλητή του θηλασμού- και πράγματι, η διαφορά είναι τόσο μεγάλη που υποδηλώνει πως η πρωτεύουσα λειτουργία του θηλασμού…συντελείται, ώστε το βρέφος να εξασφαλίζει τη συχνή και στενή σωματική επαφή με τη μητέρα.”

Σ’ αυτό το σημείο, ο Χάρλοου αποδείκνυε ότι η αγάπη μεγαλώνει λόγω της αφής κι όχι της γεύσης, και γι’ αυτό το λόγο, όταν η μητέρα στερεύει από γάλα, πράγμα αναπόφευκτο άλλωστε, το παιδί εξακολουθεί να την αγαπάει, κι έπειτα εκείνο παίρνει αυτήν την αγάπη, την ανακαλεί και την αναδιαμορφώνει προς τα έξω. Έτσι, κάθε αλληλεπίδραση είναι μια επανάληψη κι επανέκδοση αυτής της αρχικής οπτικής επαφής. “Είναι βέβαιο”, γράφει ο Χάρλοου, “πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνο με γάλα”.

Οι δεκαετίες από το 1930 ως το 1950 ήταν μια ψυχρή εποχή τεκνοποίησης. Ο διάσημος παιδίατρος Δρ. Μπέντζαμιν Σποκ συμβούλευε τις μητέρες να ταΐζουν τα παιδιά τους βάσει προγράμματος. Ο Σκίνερ αντιλαμβανόταν το βρέφος σε σχέση με τα προηγούμενα δικά του πρότυπα ενίσχυσης και τιμωρίας- αν δηλαδή κάποιος ήθελε να σταματήσει το κλάμα ενός παιδιού, σταματούσε ανταμοιβές και άρχιζε τις τιμωρίες. Τα εργαστήρια της Nestle και της Ross ανακάλυψαν το γάλα σε σκόνη, τις πλαστικές θηλές και το χλιαρό νερό βρύσης. Ο Τζον Γουότσον, σε βιβλία του σχετικά με την ανατροφή των παιδιών, έγραψε και το περίφημο: “Μην τα καλομαθαίνετε. Μην τα φιλάτε όταν πάνε για ύπνο. Προτού σβήσε τε το φως, είναι προτιμότερο να τα καληνυχτίζετε με μια μικρή υπόκλιση και χειραψία”.

Ο Χάρλοου λοιπόν θα πέταγε όλη αυτή τη σαβούρα στα σκουπίδια και θα την αντικαθιστούσε με την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ αλήθεια, που λέει ότι ποτέ δεν πρέπει να κάνετε χειραψία με ένα μωρό- ότι δεν πρέπει να διστάζετε να το πάρετε αγκαλιά. Το άγγιγμα είναι ζωτικής σημασίας- δεν κακομαθαίνει αλλά σώζει. Μολαταύτα, τα καλά νέα είναι ότι η επαφή είναι θετική απ’ όπου κι αν προέρχεται. “Φαίνεται πως η αγάπη προς την πραγματική και τη θετή μητέρα είναι παραπλήσιες… Απ’ όσα μπορούμε να παρατηρήσουμε, η στοργή της μικρής μαϊμούς προς την πραγματική μητέρα είναι πολύ ισχυρή, αλλά όχι ισχυρότερη απ’ τη στοργή της μαϊμούς του πειράματος προς τη θετή υφασμάτινη μητέρα”.

Ωστόσο, κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι άσχημο συνέβαινε. Η υφασμάτινη μητέρα είναι το ίδιο καλή με την πραγματική. Η αφή ήταν κομβικό σημείο για το συναισθηματικό κόσμο του πρωτεύοντος θηλαστικού. Κι όμως, να τι έγινε: την επόμενη χρονιά, ο Χάρλοου παρατήρησε ότι τα μαϊμουδάκια με την υφασμάτινη μητέρα δεν αναπτύσσονταν σωστά- και μάλιστα αφού είχε ήδη κάνει εκείνη την τολμηρή δήλωση μπροστά σε όλους τους συναδέλφους του. Όταν έβγαλε έξω από το κλουβί τις μαϊμούδες με τις πάνινες μητέρες για να παίξουν και να ζευγαρώσουν, εκείνες ήταν επιθετικές και αντικοινωνικές. Τα θηλυκά επιτίθεντο στ’ αρσενικά και δεν ήξεραν τίποτα για τη σωστή σεξουαλική στάση. Ορισμένες άρχισαν να εμφανίζουν συμπτώματα αυτισμού- κουνιόνταν εμπρός πίσω, δαγκώνονταν, άνοιγαν πληγές στα σκουρόχρωμα χέρια τους, και το αίμα ανάβλυζε σαν γυαλιστερός πολτός μέσα απ’ το τρίχωμά του. Άρχισαν οι μολύνσεις. Ένα μαϊμουδάκι μασούλησε ολόκληρο το χέρι του. Τώρα ο Χάρλοου έβλεπε ότι κάτι είχε πάει τρομερά στραβά.

“Και βέβαια ήταν απογοητευμένος”, λέει η βιογράφος του Χάρλοου, Ντέμπορα Μπλουμ. “Πίστευε ότι είχε απομονώσει την πρωταρχική μεταβλητή της μητρικής ιδιότητας, το άγγιγμα, κι ότι αυτή η μεταβλητή, που λέει ο λόγος, “ταξίδευε” παντού, ότι μπορούσε δηλαδή να την παρέχει ο καθένας- κι ο Χάρλοου το είχε ανακοινώσει δημόσια. Και μετά, την επόμενη χρονιά, είδε τις μαϊμούδες του να πηγαίνουν κατά διαόλου”. Ένας δημοσιογράφος απ’ τους New York Times ήρθε στο Μάντισον, προκειμένου να παρακολουθήσει την υφασμάτινη θετή μητέρα. Ο Χάρλοου τον οδήγησε στο εργαστήριό του, όπου βρισκόταν μια παρέα μαϊμούδες που κουνιόνταν πέρα δώθε και χτυπούσαν τα κεφάλια τους, κάθονταν στα κλουβιά κι έτρωγαν τα νύχια τους. “Το παραδέχομαι”, είπε ο Χάρλοου. “Έκανα λάθος”.

Ο Λεν Ρόζενμπλουμ, ένας από τους φοιτητές του Χάρλοου τότε και τώρα καταξιωμένος και φημισμένος ερευνητής μαϊμούδων, λέει πως “κάπως έτσι καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν κι άλλες μεταβλητές στην ιδιότητα της μητέρας- δεν ήταν απλώς η αφή, δεν ήταν μόνο το πρόσωπο. Υποθέσαμε ότι σχετιζόταν και με την κίνηση επίσης. Φτιάξαμε μια θετή μητέρα που μπορούσε να λικνίζεται και τότε τα μωρά ήταν σχεδόν φυσιολογικά, όχι απόλυτα, αλλά σχεδόν. Δοκιμάσαμε ύστερα τη μητέρα που κουνιόταν, καθώς και μισή ώρα τη μέρα κατά την οποία το μωρό μπορούσε να παίξει με μια αληθινή μαϊμού. Αυτή η προσπάθεια έδωσε ένα απολύτως φυσιολογικό παιδί. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν τρεις μεταβλητές για την αγάπη- αφή, κίνηση και παιχνίδι- κι αν εξασφαλίζονται όλα αυτά, τότε ικανοποιούνται οι ανάγκες ενός πρωτεύοντος θηλαστικού”.

Ο Ρόζενμπλουμ συνεχίζει κι επαναλαμβάνει ότι “τα παιδιά” χρειάζονταν μόνο μισή ώρα ημερησίως παιχνίδι με μια πραγματική μαϊμού. “Είναι εκπληκτικό”, λέει ο Ρόζενμπλουμ, “πόσα λίγα πράγματα χρειάζεται το νευρικό μας σύστημα, ώστε να γίνει φυσιολογικό”.

Από μια άποψη, χαίρομαι που το ακούω αυτό. Εγώ ερμηνεύω αυτά τα αποτελέσματα ως εξής: ότι είναι απίστευτα δύσκολο να καταστρέψεις το παιδί σου. Λίγα γελάκια, ένα μαλακό πουλόβερ κι ένα ημίωρα πραγματικής αλληλεπίδρασης. Κάθε μητέρα μπορεί να το κάνει αυτό: είτε είμαστε τεμπέλες, είτε εργαζόμενες, συρμάτινες ή σιδερένιες, μπορούμε να το κάνουμε! Ο Χάρλοου είπε ότι μπορούμε.

Ο Γουίλιαμ Σίερζ, διάσημος υπέρμαχος της γονικής προσκόλλησης, που ως παιδίατρος κηρύττει ότι πρέπει να κοιμόμαστε με τα μωρά μας και να τα έχουμε κοντά μας κάθε στιγμή, είναι δημιούργημα του Χάρλοου, είτε το ξέρει ο ίδιος ο Σίερζ είτε όχι. Εν μέρει τα ορφανοτροφεία, τα γραφεία κοινωνικών υπηρεσιών και τα μαιευτήρια βασίστηκαν στα πορίσματα του Χάρλοου κι όλα τους άλλαξαν τις θεμελιώδεις πρακτικές του. Επίσης, χάρη στον Χάρλοου, οι γιατροί γνωρίζουν πια ότι αμέσως μετά τον τοκετό το νεογέννητο πρέπει να τοποθετηθεί πάνω στην κοιλιά της μητέρας. Ακόμα, χάρη στον Χάρλοου, οι εργαζόμενοι στα ορφανοτροφεία γνωρίζουν ότι δεν αρκεί απλώς να κρατούν το μπιμπερό κι ότι το βρέφος πρέπει να το έχουν αγκαλιά, να το κουνούν, να το κοιτάζουν και να του χαμογελούν. Χάρη στον Χάρλοου και τους συνεργάτες του στην έρευνα περί προσκόλλησης, γίναμε πιο ανθρώπινοι- υπάρχει στη διάθεσή μας μια ολόκληρη επιστήμη σχετικά με τη σημασία του αγγίγματος, ενώ μέρος αυτής προήλθε από βαναυσότητα. Κι εδώ είναι το παράδοξο.

 

 
ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Lauren Slater
Εκδόσεις Οξύ


Δεν υπάρχουν σχόλια: