![]() |
| a.i creation |
Η λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας είναι ένα θέμα που μας απασχολεί εδώ και χρόνια.
Στο Σύνταγμα του 1975 η αναφορά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (άρθρο 16) είναι ρητή :
«Πάντες οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν εκπαίδευσης καθόλας τας βαθμίδας αυτής εις τα κρατικά εκπαιδευτήρια.
Η ανωτάτη εκπαίδευσις παρέχεται αποκλειστικώς υπό ιδρυμάτων αποτελούντων νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικουμένων.
Η σύσταση ανωτάτων σχολών υπό ιδιωτών απαγορεύεται».
Παρά τη ρητή αυτή πρόβλεψη, από την πρώτη εφαρμογή του Συντάγματος παρουσιάστηκαν στην πράξη δύο αποκλίνουσες από το πνεύμα του Συντάγματος πρακτικές, η μία με ευθύνη της Πολιτείας και η άλλη λόγω αντικειμενικών συνθηκών.
Η πρώτη πρακτική ήταν ο περιορισμός στην πράξη του δικαιώματος δωρεάν εκπαίδευσης σε μέρος των επιθυμούντων να ακολουθήσουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και ο περιορισμός αυτός ήταν το όριο εισακτέων που καθορίζονταν από τις «δυνατότητες» του συστήματος.
Κατά την άποψή μου, είναι εντελώς αντισυνταγματικό το να περιορίζεται ένα δικαίωμα των πολιτών από τις όποιες δυνατότητες της Πολιτείας (οικονομικές, οργανωτικές, κλπ.).
Το να λέμε «δεν μπορούμε να εκπαιδεύσουμε πάνω από 20 – 30.000 φοιτητές τον χρόνο, επειδή αυτό ξεπερνά τις οικονομικές δυνατότητές μας», είναι ταυτόσημο με το να λέμε ότι δεν μπορούμε να παρέξουμε ιατρική περίθαλψη σε όλους τους πολίτες, διότι δεν έχουμε νοσοκομεία ή γιατρούς.
Και ναι μεν για την ιατρική περίθαλψη μπορούμε να λέμε ότι «δεν σου αρνούμαστε την περίθαλψη, αλλά επειδή δεν έχουμε δυνατότητες, περιμένετε τη σειρά σας, όποτε έρθει αυτή», για την τριτοβάθμια όμως εκπαίδευση αυτό που κάνουμε είναι να αποκλείουμε τους αποτυγχάνοντες στις εξετάσεις εισαγωγής και απλώς να τους λέμε «αν θέλετε, δοκιμάστε ξανά του χρόνου».
Εγώ απορώ πως τόσα χρόνια δεν έχει τεθεί από κανένα το θέμα αυτό, που στην πιο απλή περίπτωση, δηλαδή της εκ των πραγμάτων αναγνώρισης της αδυναμίας της Πολιτείας να παρέχει «δωρεάν εκπαίδευση σε όλους τους πολίτες», θα μπορούσε να έχει οδηγήσει στη λύση του προβλήματος με τροποποίηση του άρθρου 16, λέγοντας ότι «το δικαίωμα της δωρεάν εκπαίδευσης περιορίζεται σε όρια που η ίδια η Πολιτεία καθορίζει, με βάση τις οικονομικές δυνατότητές της, όμως παράλληλα καθορίζεται ότι τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα μπορούν να δέχονται φοιτητές με δίδακτρα».
Μία τέτοια ρύθμιση θα είχε τα πλεονεκτήματα ότι, αφενός τα ΑΕΙ θα είχαν κίνητρο να δεχθούν περισσότερους φοιτητές, αφού θα είχαν πρόσθετα έσοδα, οι δε υποψήφιοι φοιτητές θα είχαν κίνητρο να μη στραφούν, όσοι βέβαια ήθελαν, προς πανεπιστήμια του εξωτερικού.
Το μέτρο θα μπορούσε να συμπληρωθεί με ένα κίνητρο «απόδοσης» στην εκπαίδευση, καθορίζοντας ότι η δωρεάν εκπαίδευση αίρεται όταν ένας φοιτητής δεν έχει καλή απόδοση, ενώ στη θέση του αποκλειόμενου φοιτητή παίρνει υποτροφία ένας άλλος φοιτητής, από αυτούς που πληρώνουν δίδακτρα, με κριτήριο την δική του απόδοση.
Και επειδή κάποιος θα έσπευδε να μιλήσει για το θέμα των υποδομών που απαιτούνται για επέκταση του αριθμού των φοιτητών (αίθουσες, εργαστήρια, προσωπικό, κλπ.), θα έπρεπε τα «πλήρως αυτοδιοικούμενα» πανεπιστήμια να προτείνουν στην Πολιτεία προγράμματα επενδύσεων, τα οποία η τελευταία θα ήταν υποχρεωμένη να υλοποιήσει σε εύλογο χρονικό ορίζοντα, αφού αξιολογήσει τις προτάσεις ως προς το αν είναι δικαιολογημένες και ρεαλιστικές.
Η δεύτερη πρακτική ήταν η ύπαρξη Πανεπιστημίων και Σχολών Εκπαίδευσης σε όλο τον κόσμο, στις οποίες πήγαιναν και πηγαίνουν Έλληνες φοιτητές, είτε γιατί αποτύγχαναν στις εισαγωγικές εξετάσεις, είτε διότι συνειδητά επέλεγαν ξένα Πανεπιστήμια για να σπουδάσουν.
Αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας ήταν να υπάρξει μηχανισμός «αναγνώρισης της ισοτιμίας των ξένων Πανεπιστημίων», ενώ ταυτόχρονα για κάποιες επιστήμες η πολιτεία καθόριζε και εξετάσεις «Άδειας Άσκησης Επαγγέλματος», οι οποίες ήταν κοινές για αποφοίτους, είτε ελληνικών, είτε ξένων πανεπιστημίων (π.χ. Μηχανικοί, Γιατροί, Δικηγόροι, Φαρμακοποιοί, κλπ.).
Αυτή η αναγνώριση μίας πραγματικότητας, δηλαδή της ύπαρξης και λειτουργίας Πανεπιστημίων σε όλο τον κόσμο, ουσιαστικά υπονόμευε το διακηρυσσόμενο «δικαίωμα όλων των Ελλήνων για δωρεάν εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες», διότι πολλοί άξιοι υποψήφιοι φοιτητές που αποκλείονταν από τα ελληνικά πανεπιστήμια λόγω αριθμού εισακτέων (και όχι λόγω χαμηλής απόδοσης) βρίσκονταν σε δυσμενέστερη μοίρα, αν οι γονείς τους δεν είχαν δυνατότητα κάλυψης εξόδων εκπαίδευσης στο εξωτερικό, έναντι άλλων που είχαν απλώς μεγαλύτερες οικονομικές δυνατότητες.
Και ερχόμαστε στο σήμερα, όπου πολλά κόμματα συμφωνούν στην αλλαγή του άρθρου 16 του συντάγματος, αλλά δεν συμφωνούν στο πως αυτό πρέπει να τροποποιηθεί.
Άλλοι μιλούν για ελεύθερη λειτουργία ξένων πανεπιστημίων που μπορεί να είναι και κερδοσκοπικά, άλλοι μιλούν για ξένα πανεπιστήμια που θα είναι αποκλειστικά μη κερδοσκοπικά, άλλοι λένε ότι πρέπει να διατηρηθεί το σημερινό καθεστώς, χωρίς να δίνουν απαντήσεις για τους οικονομικούς ή άλλους περιορισμούς της Πολιτείας να παρέξει τριτοβάθμια εκπαίδευση σε όλους όσους την επιθυμούν. Κάποιοι μάλιστα μιλούν και για σταδιακή κατάργηση (σε ορίζοντα πενταετίας) των ήδη αδειοδοτημένων ξένων ιδρυμάτων, που πήραν άδεια λειτουργίας χάρη στη σχετική ρύθμιση του Υπουργείου Παιδείας, που «παρέκαμψε» τις απαγορεύσεις του σημερινού Συντάγματος.
Εγώ θα σταθώ μόνο στη σημερινή λειτουργία των Ελληνικών ΑΕΙ. Παρά την «αυτοδιοίκηση», προσωπικά πιστεύω ότι τα Ελληνικά Πανεπιστήμια δεν έχουν πείσει ή ίσως δεν τους έχει επιτραπεί να δείξουν ότι μπορούν να σταθούν ανταγωνιστικά, όχι από πλευράς επιστημονικής, αλλά κυρίως από πλευράς οργανωτικής και διοικητικής, στο σημερινό παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Κάποτε είχε ψηφισθεί από τη Βουλή με μεγάλη πλειοψηφία ένας Νόμος για την Ανώτατη Εκπαίδευση (Νόμος Διαμαντοπούλου) που προσπαθούσε να βάλει τα πράγματα σε μία καλύτερη τάξη. Δεν ξέρω πόσο ο νόμος αυτός λειτούργησε. Εκείνο όμως που βλέπω είναι ότι τα περισσότερα πολιτικά κόμματα δεν καταπιάνονται με το θέμα της λειτουργίας των ΑΕΙ, σαν αυτό να μην είναι ζητούμενο.
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική από αυτό που θα θέλαμε για τα Πανεπιστήμιά μας. Παρότι έχουν γίνει κάποια βήματα (π.χ. αντιμετώπιση, σε ένα βαθμό, των καταλήψεων), εξακολουθούν να συμβαίνουν πράγματα (π.χ. διαπόμπευση καθηγητών) που εμποδίζουν τα ελληνικά ΑΕΙ να εκπέμψουν προς τα έξω την εικόνα, όχι μόνο μίας επιστημονικής αξιοσύνης, την οποία προσωπικά πιστεύω ότι έχουν, αλλά και μίας διοίκησης που εξασφαλίζει ένα υψηλό επίπεδο σπουδών. Και σε αυτό το τελευταίο πρέπει να εστιάσει την προσοχή του ο πολιτικός κόσμος, διότι μία νέα εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι παραπάνω από αναγκαία σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου