Η πολιτική σκηνή εισέρχεται σε νέα φάση, με την εμφάνιση καινούργιων κομμάτων, ρευστότητα στον χώρο της αντιπολίτευσης και το κρίσιμο ερώτημα αν οι απογοητευμένοι και απόντες ψηφοφόροι θα επιστρέψουν στις κάλπες να παραμένει.
Ο ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ της ελληνικής πολιτικής σκηνής που ξεκίνησε το 2012, κατά την πρώτη φάση της «πιο σκοτεινής ώρας» της Μεταπολίτευσης (η δεύτερη ακολούθησε τρία χρόνια αργότερα, το 2015), συνεχίζεται αμείωτος. Ήδη έχουμε δύο νέα κόμματα στο προσκήνιο, την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού, άλλο ένα υπό τον Αντώνη Σαμαρά βρίσκεται πολύ κοντά στην επίσημη ανακοίνωσή του. Τα… κουρέλια του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς διαλύονται στα εξ ων συνετέθησαν, αναζητώντας εναγωνίως στέγη στο νέο οικοδόμημα του κ. Τσίπρα. Άλλοι σχηματισμοί στη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος φαίνεται ότι απορροφώνται είτε από την Ελπίδα είτε, σε μεταγενέστερο στάδιο, από το εκκολαπτόμενο κόμμα του κ. Σαμαρά.
Το κλειδί ίσως βρίσκεται στο ποιος θα μπορέσει να φέρει στις κάλπες όσους δεν ψήφισαν στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, τις εθνικές εκλογές του 2023 και τις ευρωεκλογές του 2024.
Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε αναζήτηση ή και σε σύγχυση σχετικά με «τα θέλω της», ακόμη και αν τα μνημόνια βρίσκονται ήδη, εδώ και οκτώ χρόνια, πίσω μας. Αυτή η διαπίστωση εξηγεί πολλά από τα ποιοτικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων που είδαν το φως της δημοσιότητας τις προηγούμενες ημέρες και είναι πάντοτε πιο ενδιαφέροντα από τα ποσοστά της πρόθεσης ψήφου και τις σχετικές αναγωγές. Όταν το 69% των ερωτηθέντων στην έρευνα της Metron Analysis, ίσως της πιο αξιόπιστης από τις εταιρείες έρευνας της κοινής γνώμης, δηλώνουν ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση και το 84% λέει ότι βρίσκεται σε χειρότερη ή στην ίδια κατάσταση με πέρσι, τότε τα περί εννιακομματικής Βουλής, αυτοδυναμίας ή κυριαρχίας στον χώρο της κεντροαριστεράς δεν έχουν καμία απολύτως σημασία.
Η σύγχυση επιτείνει το αίτημα για πολιτική αλλαγή, ιδιαίτερα σε νεαρότερες ηλικίες, καθώς η «καραμέλα» της σταθερότητας αποτελεί αίτημα είτε των μεγαλύτερων σε ηλικία ψηφοφόρων είτε των επιχειρήσεων που εν μέσω ευρύτερης γεωπολιτικής και παγκόσμιας οικονομικής αστάθειας εκφράζουν φόβους ότι θα απολεσθούν τα κεκτημένα. Παράλληλα, υπάρχουν δύο άξονες γύρω από τους οποίους κινούνται τα προβλήματα που αντιλαμβάνονται οι πολίτες. Ο πρώτος είναι οικονομικός, με την απειλή της ακρίβειας (πληθωρισμού) να κυριαρχεί. Ο δεύτερος είναι θεσμικός και αφορά την κρίση των θεσμών και τη διαφθορά. Αυτό αποτυπώνεται στις αρνητικές γνώμες τόσο για την κυβέρνηση όσο και για την αξιωματική αντιπολίτευση, που κινούνται σε ποσοστά μεταξύ 65%-80%.
Η χώρα έχει ξεκάθαρα εισέλθει σε προεκλογική περίοδο και όλοι οι πολιτικοί και κομματικοί σχεδιασμοί εδράζονται σε αυτό το δεδομένο. Όλα όμως είναι κινούμενη άμμος. Η Νέα Δημοκρατία προηγείται σημαντικά και σταθερά, αλλά η συσπείρωσή της παραμένει κάτω του 65% και η απήχησή της σε νεαρότερες ηλικίες χαμηλή. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται μπερδεμένο λόγω της επανεμφάνισης Τσίπρα και αναζητεί λύσεις στις «χαμηλές πτήσεις» του στα αστικά κέντρα, διότι εκτός αυτών τα πάει καλά. Τα νέα κόμματα είναι ακόμη πολύ φρέσκα και ειδικά το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού εμφανίζει μια πολυσυλλεκτικότητα που θα μπορούσε να αποδειχθεί σαθρή βάση: σήμερα εμφανίζει π.χ. σημαντικές εισροές από τη ΝΔ, τι θα συμβεί όμως αν εμφανιστεί ένα κόμμα Σαμαρά;
Το κλειδί ίσως βρίσκεται στο ποιος θα μπορέσει να φέρει στις κάλπες όσους δεν ψήφισαν στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, τις εθνικές εκλογές του 2023 και τις ευρωεκλογές του 2024. Μια «επανεισροή» μέρους αυτών των ψηφοφόρων θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες. Είναι όμως εφικτή;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου