Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

«Μην είστε τοξικοί!»: Πώς οι πολιτικοί εργαλειοποιούν τη θετική ψυχολογία

Ο πολιτικός λόγος περί τοξικότητας λειτουργεί αποπροσανατολιστικά, μετατοπίζοντας τη συζήτηση απ’ τα κοινωνικά προβλήματα στη συναισθηματική υγεία όσων τα καταγγέλλουν.

Οι πολιτικοί που επιτίθενται στην τοξικότητα έχουν παρουσιάσει τους αντιπάλους τους ως «μη συμβατά μοσχεύματα» που δεν έχουν θέση στο σώμα της κοινωνίας. Εικονογράφηση: Ατελιέ/ LIFO


ΟΛΟ ΚΑΙ ΣΥΧΝΟΤΕΡΑ, βλέπουμε την έννοια της τοξικότητας να εμφανίζεται στον πολιτικό λόγο. Οι ιδεολογικοί μας αντίπαλοι είναι τοξικοί, οι χώροι που μας ασκούν κριτική χαρακτηρίζονται από τοξικότητα. Ενίοτε το πρόβλημα είναι σοβαρότερο («Κάτι τοξικό υπάρχει στην κοινωνία»). Άλλοτε οι όροι επιστρέφουν με τη μορφή μιας προσταγής: «Μην είστε τοξικοί», «Μην είστε μίζεροι», «Μη σπέρνετε διχόνοια» και «Αφήστε την κλάψα».

Μέσα σε λίγα χρόνια, η τοξικότητα έχει περάσει απ’ το πεδίο της χημείας και της βιολογίας (τοξικές ουσίες, τοξικά απόβλητα, τοξίνες) στον χώρο της ψυχολογίας (τοξικές συμπεριφορές, τοξικοί άνθρωποι) και εν τέλει της πολιτικής. Παρά τις υπερβολές της θετικής ψυχολογίας, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς τη χρησιμότητα της έννοιας του «τοξικού» για τη χάραξη ορίων και την αποφυγή ορισμένων πράξεων και μοτίβων.

Παρά τις υπερβολές της θετικής ψυχολογίας, δεν είναι δύσκολο να δει κανείς τη χρησιμότητα της έννοιας του «τοξικού» για τη χάραξη ορίων και την αποφυγή ορισμένων πράξεων και μοτίβων.

Ωστόσο, κάτι επικίνδυνο συμβαίνει όταν η ίδια έννοια μεταφέρεται στον λόγο των πολιτικών και χρησιμοποιείται για να στιγματίσει τους αντιπάλους τους. Το υπονοούμενο είναι σκοτεινό: μια τοξική ουσία δεν μπορεί να αλλάξει, δεν επιδέχεται θεραπεία, παραμένει προβληματική. Επιπλέον, κάτι τοξικό είναι επικίνδυνο και μολυσματικό, απειλώντας να διαβρώσει το περιβάλλον του αν δεν αφαιρεθεί. Με μια απλή ρητορική επιλογή, και σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνουμε, οι πολιτικοί που επιτίθενται στην τοξικότητα έχουν παρουσιάσει τους αντιπάλους τους ως «μη συμβατά μοσχεύματα» που δεν έχουν θέση στο σώμα της κοινωνίας

Η βιοπολιτική ανησυχία για την καθαρότητα και την αγνότητα και ο ακροδεξιός λόγος που θέλει να απομακρύνει τα ανθρώπινα «παράσιτα» και «σκουπίδια» για να διασφαλίσει την υγεία του έθνους επιστρέφουν υπόγεια, ντυμένα με τη σύγχρονη αποστροφή για το αρνητικό.


Φυσικά, η έμφαση στην αποφυγή της διχόνοιας και την αποσιώπηση των ηθικών και πολιτικών διαφορών δεν είναι κάτι καινούργιο, τόσο παγκοσμίως όσο και στα καθ’ ημάς. Αρκεί ν’ ανοίξει κανείς τα Τρία Ελληνικά Μονόπρακτα του Βαλτινού για να πάρει μια εικόνα του κυρίαρχου πολιτικού λόγου στην Ελλάδα μετά τον Εμφύλιο: «Δεν πρέπει να λησμονούμε το ύψιστον χρέος μας: Λήθη διά το παρελθόν και ομόνοια».¹ Ωστόσο, η σύγχρονη πίεση για ενότητα και ομοιογένεια λειτουργεί πιο διακριτικά, προσπαθώντας ν’ αποτρέψει την κριτική χωρίς να δώσει την εντύπωση ότι λογοκρίνει κάποιον κι επιβάλει τη βούλησή της.


Η κριτική που ασκείται για την ακρίβεια, για τις συνθήκες εργασίας και την πρόσβαση σε παροχές υγείας απαντάται με μια αποπροσανατολιστική αντεπίθεση: στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι μια χαρά, απλώς ο λαός (ή, έστω, το κομμάτι του που διαφωνεί με την κυβέρνηση) είναι ανορθολογικός, υπερβολικός, γκρινιάρης και τοξικός. Μια αντίστοιχη τακτική συναντάται στις «αντι-woke» φωνές της Δύσης, οι οποίες υποστηρίζουν ότι όσοι μιλάνε ανοιχτά για τις έμφυλες και φυλετικές ανισότητες προωθούν την πόλωση, απειλώντας την κοινωνική συνοχή (ένα αφήγημα ιδιαίτερα διαδεδομένο στις ΗΠΑ, όπου η ανησυχία περί «εθνικού διχασμού» είναι διάχυτη). Το ότι οι ίδιοι άνθρωποι που καταγγέλλουν την τοξικότητα του δημόσιου λόγου συμβάλλουν άμεσα σε αυτή μέσα απ’ τη ρητορική τους φαίνεται να μην έχει ιδιαίτερη σημασία.

Το ζήτημα, όμως, δεν είναι απλώς η υποκρισία που ενέχει η παραπάνω στάση. Πάνω απ’ όλα, ο πολιτικός λόγος περί τοξικότητας λειτουργεί ως ένας μηχανισμός αποπολιτικοποίησης, ο οποίος παρουσιάζει τη διαφωνία ως ψυχολογικό πταίσμα και τη σύγκρουση ως μια συναισθηματικά «ανθυγιεινή» συμπεριφορά. Τα κοινωνικά ζητήματα (ακρίβεια, εργασία, κράτος πρόνοιας) αποσιωπώνται και απομένει η εικόνα του συνετού κυβερνώντος και των υπερβολικών του αντιπάλων.

Η μετατόπιση στο ψυχολογικό πεδίο είναι μια στρατηγική επιλογή. Αντί να ρωτάμε πώς ασκείται η εξουσία, ποιος βλάπτεται και ποιος επωφελείται, εξετάζουμε ποιος σπέρνει αρνητικότητα, ποιος δημιουργεί ένα άσχημο κλίμα και απειλεί να μολύνει το σύνολο αποκλίνοντας απ’ τους επιτρεπόμενους όρους διαλόγου. Παρομοίως, αντί να εξετάζουμε το κατά πόσο μια μορφή κριτικής είναι βάσιμη, εστιάζουμε στη συναισθηματική της χροιά και στον τρόπο με τον οποίο εκφέρεται, το κατά πόσο συμβαδίζει με τις καθιερωμένες μορφές ευγένειας.

Το αποτέλεσμα είναι, συν τοις άλλοις, η κατασκευή μιας νέας πολιτικής νόρμας. Πλέον, ο ιδεατός πολίτης δεν είναι μόνο ενημερωμένος και ενεργός, αλλά επίσης (και κυρίως) ήρεμος, μετριοπαθής, αισιόδοξος και, γιατί όχι, ευγνώμων. Η πατριαρχική βάση μιας τέτοιας ταξινόμησης θα ’πρεπε να είναι εμφανής – ο ορθολογικός άντρας, κύριος του εαυτού του, που κοιτάζει το μέλλον περήφανα και χαλιναγωγεί τα πάθη, και η παράλογη, υστερική, γκρινιάρα γυναίκα.

Εν τέλει, η μόνη τοξικότητα που μας απειλεί είναι αυτή της θετικότητας, της αποσιώπησης των διαφορών στον βωμό μιας πλασματικής ομόνοιας και ευτυχίας. Οι έννοιες που κάποτε βοήθησαν μια μορφή ψυχολογίας να βρει τα πατήματά της γίνονται μπούμερανγκ στο πεδίο της πολιτικής, ενισχύοντας μια νέα, πιο υπόγεια και πιο επικίνδυνη, απόπειρα λογοκρισίας.


[1] Θανάσης Βαλτινός. [1978]. Τρία Ελληνικά Μονόπρακτα. Εκδόσεις Εστία, σ. 34.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Δεν υπάρχουν σχόλια: