Του Χάρη Φλουδόπουλου
Σε παράταση της λειτουργίας τριών λιγνιτικών μονάδων προχωρά η Ρουμανία, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα –τουλάχιστον προσωρινά– το αρχικό χρονοδιάγραμμα απόσυρσης των ανθρακικών μονάδων, υπό το βάρος των αυξανόμενων ανησυχιών για την επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος και την ενεργειακή ασφάλεια.
Η απόφαση του Βουκουρεστίου αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία έχει αναζωπυρωθεί η πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση γύρω από την απολιγνιτοποίηση και το χρονοδιάγραμμα παύσης των τελευταίων μονάδων στη Δυτική Μακεδονία. Μάλιστα, μόλις τις τελευταίες ημέρες επανήλθαν στη δημόσια συζήτηση αιτήματα για παράταση της ζωής των ελληνικών λιγνιτικών μονάδων, με βασικό επιχείρημα τόσο την ενεργειακή ασφάλεια όσο και την ανάγκη να μην επιταχυνθεί η οικονομική και εργασιακή αποδυνάμωση των λιγνιτικών περιοχών.
Πιο συγκεκριμένα η ρουμανική κυβέρνηση αποφάσισε να διατηρήσει σε λειτουργία τις μονάδες Craiova 1 και Craiova 2 μέχρι το τέλος του δεύτερου τριμήνου του 2027, ενώ για τη μονάδα Turceni 5 η παράταση είναι ακόμη μεγαλύτερη, έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2028.
Πρόκειται για μονάδες οι οποίες, βάσει των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Ρουμανία στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, επρόκειτο να αποσυρθούν στις 31 Αυγούστου 2026.
Συνολικά, η συγκεκριμένη δέσμευση αφορούσε την απόσυρση 710 MW λιγνιτικής και ανθρακικής ισχύος. Η κυβέρνηση, ωστόσο, επέλεξε να μεταθέσει το κλείσιμο, κρίνοντας ότι οι σημερινές συνθήκες στο ηλεκτρικό σύστημα δεν επιτρέπουν την απώλεια διαθέσιμης ελεγχόμενης ισχύος.
Σύμφωνα με την επίσημη αιτιολόγηση του Βουκουρεστίου, καθοριστικό ρόλο στην απόφαση έπαιξε το σοβαρό υδρολογικό έλλειμμα στον Δούναβη. Η παρατεταμένη ξηρασία έχει περιορίσει τις δυνατότητες παραγωγής από υδροηλεκτρικούς σταθμούς, σε μια περίοδο κατά την οποία το ηλεκτρικό σύστημα της ευρύτερης Νοτιοανατολικής Ευρώπης έχει ήδη δοκιμαστεί από τις υψηλές θερμοκρασίες και τη μειωμένη διαθεσιμότητα συμβατικών μονάδων.
Παράλληλα, οι προβλέψεις για υψηλές θερμοκρασίες εντείνουν τον προβληματισμό για την κάλυψη των αιχμών ζήτησης, ενώ η μεταβλητότητα της αιολικής και φωτοβολταϊκής παραγωγής δημιουργεί την ανάγκη ύπαρξης επαρκούς ελεγχόμενης ισχύος, η οποία μπορεί να μπει στο σύστημα όταν οι συνθήκες το απαιτούν.
Φόβοι για διαθεσιμότητα εισαγωγών
Ένα ακόμη στοιχείο που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι ότι η ρουμανική κυβέρνηση δεν θεωρεί δεδομένη τη δυνατότητα κάλυψης ενδεχόμενων ελλειμμάτων μέσω εισαγωγών.
Στην επίσημη ανακοίνωση επισημαίνεται ο κίνδυνος περιορισμού των εισαγωγών σε περίπτωση μιας ευρύτερης περιφερειακής ενεργειακής κρίσης. Με άλλα λόγια, το Βουκουρέστι λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο σε περιόδους ταυτόχρονης υψηλής ζήτησης, χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ ή προβλημάτων στις συμβατικές μονάδες, οι γειτονικές χώρες να μην διαθέτουν επαρκή πλεονάσματα προς εξαγωγή.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια επιλογή "ασφάλισης" του ηλεκτρικού συστήματος: η Ρουμανία προτιμά να διατηρήσει διαθέσιμες εγχώριες θερμικές μονάδες αντί να στηρίζεται αποκλειστικά στην υπόθεση ότι, όταν προκύψει ανάγκη, θα υπάρχει διαθέσιμη ηλεκτρική ενέργεια στις γειτονικές αγορές.
Στην εξίσωση μπαίνει και η ασφάλεια της τηλεθέρμανσης, καθώς η απόφαση αφορά όχι μόνο την επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος αλλά και τη συνέχεια της παροχής θερμικής ενέργειας.
Ανοίγει ξανά η συζήτηση
Η κίνηση αυτή δεν σημαίνει ανατροπή της στρατηγικής απολιγνιτοποίησης της Ρουμανίας. Δείχνει, ωστόσο, ότι το χρονοδιάγραμμα μπορεί να προσαρμοστεί ιδίως όταν τίθεται ζήτημα ασφάλειας εφοδιασμού.
Άλλωστε, η ρουμανική πλευρά έχει κινηθεί προς μια ευρύτερη αναθεώρηση του προγράμματος απόσυρσης του άνθρακα, με στόχο τη διατήρηση σημαντικής ελεγχόμενης ισχύος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η κατεύθυνση που έχει παρουσιαστεί από τη ρουμανική κυβέρνηση προβλέπει ότι περίπου 900 MW ανθρακικής παραγωγής θα παραμείνουν διαθέσιμα έως το 2030.
Η απόφαση έρχεται μετά από ένα ιδιαίτερα δύσκολο καλοκαίρι για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, κατά το οποίο οι παρατεταμένοι καύσωνες, η ξηρασία, η περιορισμένη υδροηλεκτρική παραγωγή και προβλήματα στη διαθεσιμότητα πυρηνικών μονάδων ανέδειξαν εκ νέου το ζήτημα της επάρκειας ισχύος και της ευελιξίας των ηλεκτρικών συστημάτων.
Ενστάσεις για το ελληνικό πρόγραμμα
Υπό αυτό το πρίσμα, η ρουμανική απόφαση αναμένεται να τροφοδοτήσει και την αντιπαράθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ελλάδα για το μέλλον του λιγνίτη.
Στη Δυτική Μακεδονία έχουν ενταθεί τους τελευταίους μήνες οι πιέσεις για παράταση της λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων. Το Περιφερειακό Συμβούλιο Δυτικής Μακεδονίας έχει ζητήσει ομόφωνα την παράταση λειτουργίας του ΑΗΣ Μελίτης, των μονάδων 4 και 5 του Αγίου Δημητρίου και της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι να ολοκληρωθούν νέες επενδύσεις που θα μπορούν να αναπληρώσουν τις θέσεις εργασίας που χάνονται από την απολιγνιτοποίηση.
Αντίστοιχη θέση έχει διατυπώσει και η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, συνδέοντας το αίτημα τόσο με την προστασία της απασχόλησης και των τοπικών κοινωνιών όσο και με το ενεργειακό μέλλον της χώρας.
Η συζήτηση έχει πλέον μεταφερθεί και στη Βουλή. Ο βουλευτής Κοζάνης του ΠΑΣΟΚ Πάρις Κουκουλόπουλος κατέθεσε τις προηγούμενες ημέρες τροπολογία για παράταση της ζωής των λιγνιτικών μονάδων, προτείνοντας μάλιστα τη λειτουργία τους εκτός των υφιστάμενων μηχανισμών του Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, πάντως, η βασική γραμμή παραμένει ότι η απολιγνιτοποίηση αποτελεί αναπόφευκτη διαδικασία. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του στις 29 Αυγούστου, επανέλαβε ότι το ενεργειακό μείγμα της χώρας μετατοπίζεται προς τις ΑΠΕ, με το φυσικό αέριο να λειτουργεί ως καύσιμο βάσης, σημειώνοντας παράλληλα ότι η Πτολεμαΐδα 5 εξακολουθεί να λειτουργεί και θα παραμείνει σε λειτουργία "για κάποιο διάστημα".

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου