ΤΟ ΡΟΥΣΦΕΤΙ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Τις τελευταίες ημέρες βρίσκεται σε εξέλιξη η δεύτερη πράξη του σήριαλ του ΟΠΕΚΕΠΕ. Κυβερνητικοί Υπουργοί και βουλευτές ελέγχονται για παρεμβάσεις προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με σκοπό την «εξυπηρέτηση» ψηφοφόρων τους, υπό τον μανδύα της αποκατάστασης αδικιών στο θέμα των επιδοτήσεων.
Για το θέμα δανείζομαι ένα άρθρο της κ. Έφης Στεφοπούλου, Στελέχους της Δημόσιας Διοίκησης (Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης), που περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο αυτό που συμβαίνει στη χώρας μας διαχρονικά και που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει απίστευτες διαστάσεις.
Το θανατηφόρο ρουσφέτι
Αυτό που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο κι από τον πανταχού παρόντα πελατειασμό, είναι η κανονικοποίησή του. Ένας μετά τον άλλο, οι κυβερνητικοί βουλευτές και υπουργοί προσπαθούν να μας πείσουν όχι μόνο ότι έτσι γίνονταν πάντα, αλλά, κυρίως, ότι καλώς υφίσταται το ρουσφέτι ως μορφή διακυβέρνησης: «Εγώ έτσι έχω μάθει, τώρα άμα έχουν άλλα ήθη στα Ευρώπας…» λέει με νόημα ένας υπουργός.
Ένας άλλος, από τους 11 που περιλαμβάνονται στην τελευταία δικογραφία, λέει «…τέτοιες επιστολές διαβιβάζουμε ετησίως εκατοντάδες στα αρμόδια υπουργεία….είναι θεσμική υποχρέωση των βουλευτών να προασπίζονται τα νόμιμα συμφέροντα των συμπολιτών τους» (αχρείαστος λοιπόν ο συνήγορος του πολίτη).
Ο πιο ειλικρινής, ήταν πρώην βουλευτής – αυτό το «πρώην» μάλλον ενίσχυσε την ειλικρίνειά του, αφού είπε «Είχα το πιο δυνατό πολιτικό γραφείο. Όποιος κι αν ερχόταν τον βοηθούσα, αν μπορούσα. Πράγματι βοήθησα ανθρώπους. Αλλά ενδεχομένως να έβλαψα και κάποιους. Να έβλαψα ενδεχομένως και σε βαθμό κακουργήματος. Γιατί όταν παίρνεις κάποιον να τον βοηθήσεις να μπει στη λίστα για το νεφρό, ενδεχομένως κάποιος ο οποίος είναι ήδη στη λίστα πάει παραπίσω και μπορεί να μην προλάβει να το πάρει ποτέ»
Αυτή η σταδιακή κανονικοποίηση του ρουσφετιού, είναι πολύ επικίνδυνη. Γιατί ακόμα κι αν γίνονταν, ήταν κάτι που δεν είχε κοινωνική νομιμοποίηση, κανείς δεν επαίρονταν γι’ αυτό και υπήρχε πάντα ένας κοινωνικός έλεγχος που το θεωρούσε κακό. Σήμερα, η στάση των κυβερνητικών πολιτικών δημιουργεί μια κατάσταση όπου το ρουσφέτι παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα και γίνεται μέρος της «φυσιολογικής» λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.
Η πελατειακή λογική βασίζεται σε έναν απλό αλλά ισχυρό μηχανισμό: την ανταλλαγή. Από τη μία πλευρά, ο πολιτικός παρέχει πρόσβαση σε πόρους, θέσεις, συμβάσεις, διευκολύνσεις, ρυθμίσεις. Από την άλλη, ο πολίτης ανταποδίδει με πολιτική στήριξη. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή η ανταλλαγή δεν αφορά το δημόσιο συμφέρον, αλλά ιδιωτικά συμφέροντα. Η πολιτική παύει να λειτουργεί ως πεδίο παραγωγής δημόσιων αγαθών και μετατρέπεται σε μηχανισμό διανομής προνομίων.
Το αποτέλεσμα είναι ανισότητα. Οργανωμένη ανισότητα από τους ίδιους τους κυβερνώντες, οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι κυβέρνηση όλων των Ελλήνων. Η ισότητα των πολιτών υπονομεύεται, καθώς η πρόσβαση σε ευκαιρίες εξαρτάται από την ένταξη στο κατάλληλο κομματικό δίκτυο. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώνεται, καθώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι οι κανόνες δεν ισχύουν για όλους. Η πολιτική συμμετοχή αποδυναμώνεται και αντικαθίσταται από κυνισμό ή αδιαφορία. Η δημοκρατία συνεχίζει να λειτουργεί τυπικά, αλλά χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο.
Οι οικονομικές συνέπειες είναι εξίσου σοβαρές. Το κράτος λειτουργεί σαν ένας «κοινός πόρος-κουμπαράς εξυπηρετήσεων» στον οποίο βάζουν χέρι όσοι έχουν την εξουσία, χωρίς κανείς να έχει κίνητρο να προστατεύσει αυτόν τον κουμπαρά. Το αποτέλεσμα είναι δημοσιονομικές ανισορροπίες, σπατάλη και τελικά κρίσεις. Ο κίνδυνος σήμερα δεν είναι απλώς η ύπαρξη πελατειακών πρακτικών, αλλά η αποδοχή τους ως «αναπόφευκτων». Όταν ο πολίτης θεωρεί φυσιολογικό ότι για να εξυπηρετηθεί χρειάζεται «γνωστό», όταν η πολιτική αντιλαμβάνεται την επιτυχία ως διαχείριση δικτύων και όχι ως παραγωγή πολιτικών, τότε η δημοκρατία έχει ήδη υποχωρήσει.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνική. Δεν αρκούν οι διαδικαστικές βελτιώσεις ή η ψηφιοποίηση. Απαιτείται μια βαθύτερη πολιτική και θεσμική αλλαγή: ενίσχυση της διαφάνειας, σαφείς κανόνες, ισχυροί μηχανισμοί λογοδοσίας και, κυρίως, επένδυση σε μια δημόσια διοίκηση επαγγελματική και ανεξάρτητη (πχ να μην είναι η πλειοψηφία των προϊσταμένων επιλεγμένοι από τους υπουργούς).
Γιατί στο τέλος, το πελατειακό κράτος δεν είναι απλώς ένα λιγότερο αποτελεσματικό κράτος. Είναι ένα λιγότερο δίκαιο κράτος. Και μια δημοκρατία χωρίς δικαιοσύνη δεν καταρρέει απαραίτητα με κρότο. Αλλά αδειάζει αθόρυβα από το περιεχόμενό της, μέχρι που κάποια στιγμή, κούφια πια, θα σπάσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου