ΝΟΜΙΣΜΑ
Η ρίζα. Ινδοευρωπαϊκή *nem- «μοιράζω, απονέμω». Από εκεί το ρήμα νέμω — διανέμω, απονέμω, αλλά και βόσκω (δηλαδή μοιράζω τον βοσκότοπο). Στην ίδια οικογένεια: νομή, νομεύς, νομάς (ο νομάδας είναι αυτός που ακολουθεί τη μοιρασιά της γης), Νέμεσις (η απονομή του οφειλομένου), και — μακρινό ξαδερφάκι — το γερμανικό nehmen.
Η διχάλα του τόνου. Η ίδια ρίζα δίνει δύο λέξεις που ξεχωρίζουν μόνο στον τόνο:
- νομός (οξύτονο) = ο μοιρασμένος τόπος → βοσκή → διοικητική περιφέρεια (οι αιγυπτιακοί «νομοί», ο δικός μας Νομός Αττικής)
- νόμος (παροξύτονο) = η μοιρασιά που έγινε θεσμός → έθιμο → νόμος
Η αλυσίδα. νέμω (μοιράζω) → νόμος (η μοιρασιά ως καθιερωμένη τάξη) → νομίζω (το έχω ως συνήθεια, το θεωρώ ισχύον — εξ ου και η σημερινή σημασία «πιστεύω») → νόμισμα, με την κατάληξη -μα που δηλώνει το αποτέλεσμα της ενέργειας.
Άρα, κατά γράμμα: «το προϊόν της συλλογικής παραδοχής». Ό,τι ισχύει επειδή το νομίζουμε.
Και όντως: στην πρωιμότερη αττική χρήση, νόμισμα σημαίνει καθιερωμένη συνήθεια, θεσμός. Η σημασία «κέρμα» είναι δεύτερη, όχι πρώτη — η γλώσσα ονόμασε πρώτα τη συμφωνία και μετά το μέταλλο.
Η σφραγίδα. Ο Αριστοτέλης κλείνει το θέμα μόνος του, στα Ἠθικὰ Νικομάχεια Ε.5 (~1133a30), όπου λέει ρητά ότι το νόμισμα έχει αυτό το όνομα επειδή δεν υπάρχει από τη φύση αλλά κατά νόμο, και είναι στο χέρι μας να το αλλάξουμε ή να το αχρηστεύσουμε: «οὐ φύσει ἀλλὰ νόμῳ». Είναι, λέει, ὑπάλλαγμα τῆς χρείας — υποκατάστατο της ανάγκης, όχι της ύλης. Wikipedia
Το σημείο που συνήθως χάνεται. Δείτε τι ονομάζει η κάθε γλώσσα:
- money < Moneta (επίθετο της Ήρας, δίπλα στο ρωμαϊκό νομισματοκοπείο) → ονομάζει τον τόπο
- argent, dinero < argentum, denarius → ονομάζουν το μέταλλο και τη μονάδα
- currency < currere → ονομάζει τη ροή
- νόμισμα → ονομάζει τη συμφωνία
Μόνη η ελληνική βάζει στο όνομα το ίδιο το γεγονός ότι η αξία είναι θεσμική, όχι φυσική. Το «fiat money» είναι, ετυμολογικά, ταυτολογία: κάθε νόμισμα ήταν πάντα fiat — απλώς για είκοσι πέντε αιώνες το κρύβαμε πίσω από χρυσό.
Παρακολούθημα: νόμισμα → λατ. numisma → νομισματική / numismatics. (Το λατ. nummus πιθανότατα δάνειο από δωρικό/σικελικό νοῦμμος — αλλά αυτό είναι αμφισβητούμενο, το σημειώνω ως τέτοιο.)
Και ο αντίποδας μέσα στα ελληνικά: χρῆμα < χράομαι = «ό,τι χρησιμοποιείται, ό,τι χρειάζεται». Η γλώσσα κρατάει δύο λέξεις για το χρήμα και τραβάει ακριβώς τη σωστή γραμμή: το χρῆμα είναι η χρησιμότητα, το νόμισμα είναι η συμφωνία. Ο Αριστοτέλης δεν εφηύρε τη διάκριση — τη βρήκε ήδη έτοιμη στο λεξιλόγιο και απλώς την επισήμανε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου