
Τον Ιούνιο του 1944, μετά από ακόμη μία μάχη μεταξύ Ιαπώνων και Αμερικανών
στις νήσους Μαριάννες, δύο ιάπωνες πιλότοι δήλωσαν, όταν τους τελείωσαν οι σφαίρες και ότι θα πέσουν με τα αεροπλάνα τους πάνω στα αμερικανικά βομβαρδιστικά. Η πράξη τους επιδοκιμάστηκε από τους συμπολεμιστές τους αν και οι ίδιοι δεν ζούσαν πια για να διαπιστώσουν πόσο μεγάλη απήχηση είχε η θυσία τους.
Εξαιτίας τους όμως, ο Ιάπωνας πλοίαρχος Ειικίρο Γιο διατύπωσε μια πρωτότυπη ιδέα. Τη δημιουργία ενός σώματος πιλότων που όταν θα «άδειαζαν» από βόμβες, θα έριχναν τα αεροπλάνα τους πάνω σε εχθρικά πλοία. Η ιδέα αυτή αποτέλεσε τη γέννηση των Καμικάζι, αν και ο πλοίαρχος Γιο πέθανε λίγες μέρες μετά από την υποβολή της πρότασής του στο Γενικό Επιτελείο.
Η ονομασία τους
Καμικάζε (Ιαπωνικά: 神風) ή εσφαλμένα Καμικάζι (Αγγλικά: kamikaze) είναι ιαπωνική σύνθετη λέξη με δύο ιδεογράμματα, με κυριολεκτική σημασία Θείος Άνεμος. Ο προσδιοριστικός αυτός όρος προήλθε από ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη περί τα μέσα Αυγούστου του 1281 (μ.Χ.) όταν ο κινεζο-μογγολικός στόλος του Κουμπλάι Χαν επιχειρούσε εισβολή στην Ιαπωνία με 100.000 πολεμιστές επιβαίνοντας σε 3.500 ελαφρά σκάφη. Στην απελπιστική εκείνη κατάσταση για τους Ιάπωνες, μια τρομακτική θύελλα σε μορφή τυφώνα κυριολεκτικά διέλυσε τους επίδοξους εισβολείς προκαλώντας τους τεράστιες απώλειες. διασώζοντας την Ιαπωνία. Την τρομερή εκείνη θύελλα οι Ιάπωνες ονόμασαν «Θείο Άνεμο» και την απέδωσαν στον θεό των ανέμων Ίσε, η λατρεία του οποίου έκτοτε έλαβε ξεχωριστή σημασία στον κόσμο του Σιντοϊσμού, τη βασική θρησκεία των Ιαπώνων.
Στην νεότερη ιστορία της Ιαπωνίας, ο όρος καμικάζι επαναχρησιμοποιήθηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε οι ιαπωνικές ένοπλες δυνάμεις, έχοντας φθάσει το 1944 σε απελπιστική πλέον κατάσταση άνισου αγώνα στον πόλεμο του Ειρηνικού, αποφάσισαν νέα ναυτική και αεροπορική τακτική η οποία χαρακτηρίστηκε τερατώδης. Επρόκειτο για τη συγκρότηση ειδικών δυνάμεων αυτοκτονίας, δηλαδή μονάδων οι επιθέσεις των οποίων κατέληγαν σε ολοκαύτωμα, πέφτοντας επί των στόχων τους. Έτσι το όνομα «καμικάζι» έλαβαν τόσο οι αποστολές όσο και οι χειριστές πιλότοι αεροσκαφών, κατευθυνόμενων βομβών, σκαφών, κ.λπ. γράφοντας μια εκπληκτική εποποιία θάρρους, ηρωισμού, υπερηφάνειας, φιλοπατρίας και καθήκοντος προκαλώντας ταυτόχρονα παγκόσμιο δέος αλλά και θαυμασμό.
Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη η πολεμική αεροπορία της Ιαπωνίας δεν αποτελούσε ενιαίο όπλο, αλλά επιμέρους υπηρεσιακούς κλάδους τόσο του αυτοκρατορικού ναυτικού, όσο και του αυτοκρατορικού στρατού. Η σύσταση δυνάμεων καμικάζι αφορούσε μόνο εκείνες του αυτοκρατορικού ναυτικού και της αεροπορίας του σε αντιδιαστολή των αντίστοιχων δυνάμεων που συγκροτήθηκαν στον αυτοκρατορικό στρατό και την αεροπορία του που έφεραν την ονομασία τοκουμπέτσου. Ο δε όρος τοκουμπέτσου κοουγκέκι τάι, μεταφραζόμενος στα ελληνικά, σημαίνει «ειδική επιθετική δύναμη».
Αργότερα ο όρος καμικάζι απόκτησε μια πιο διευρυμένη έννοια και χρησιμοποιείται πλέον για να περιγράψει τους τρομοκράτες που εκτελούν επιθέσεις αυτοκτονίας, όπως και πιλότους της ναζιστικής Γερμανίας, ονομαζόμενη και Ζέλμπσστόπφερ (Selbsstopfer), που είχαν διαταγές να καταστρέψουν τον στόχο τους με την ρίψη του αεροπλάνου τους πάνω σε αυτόν.

Η Αυτοθυσία του υποναυάρχου Μαζαφούμι Αρίμα
Στις 15 Οκτωβρίου (1944), μετά τον εντοπισμό αμερικανικής ναυτικής μοίρας ανοικτά της νήσου Λουζόν (της μεγαλύτερης του αρχιπελάγους των Φιλιπίννων), από ιαπωνικά αναγνωριστικά, η αεροπορική βάση του Αερολιμένα Κλαρκ τέθηκε σε συναγερμό. Ο υποναύαρχος Μαζαφούμι Αρίμα, διοικητής του 26ου Κόκου-Σεντάι (= αεροπορικού στολίσκου), του 1ου Κόκου-Καντάι (= αεροπορικού στόλου) του Αυτοκρατορικού Ναυτικού, συγκάλεσε έκτακτο συμβούλιο ζητώντας επίσημα από τη διοίκηση του Αυτοκρατορικού Στρατού να του παραχωρηθούν όλα τα αεροσκάφη που βρίσκονται στη περιοχή σε κατάσταση ετοιμότητας. Το αίτημα αν και πρωτόγνωρο για κοινή συνεργασία εγκρίθηκε με εκτέλεση σε δύο κύματα, περιλαμβάνοντας έκαστο 100 αεροσκάφη διαφόρων τύπων. Κατά το χρόνο που το πρώτο κύμα βρισκόταν σε πτήση και το δεύτερο στοιχιζόταν στο διάδρομο απογείωσης ο Αρίμα φορώντας κοινή φόρμα κατέβηκε στη πίστα και δηλώνοντας «θα διοικήσω εγώ το δεύτερο κύμα» ανήλθε σε ένα βομβαρδιστικό ζητώντας από τον υπαξιωματικό που συνήθως τον συνόδευε να κατέβει.
Το δεύτερο κύμα έχοντας απογειωθεί το μεσημέρι έφθασε στο πεδίο της κόλασης νωρίς το απόγευμα. Βλέποντας ο Αρίμα την αδυναμία της προσβολής από το τεράστιο φράγμα πυρός των αντιαεροπορικών των αμερικανικών πλοίων και τη σαφή υπεροχή των αεροσκαφών του εχθρού, παίρνοντας ύψος συνεχίζει την πορεία του μέσα στα σύννεφα. Κάνοντας ελιγμούς και διαπιστώνοντας ότι βρίσκεται ακριβώς πάνω από τον μεγάλο στόχο που είχε προηγουμένως επιλέξει επιχειρεί κάθετη εφόρμηση. Μια τεράστια κοκκινο-πορτοκαλί λάμψη και ένα πυκνό σύννεφο καπνού υψώθηκε πάνω από τη γέφυρα του νεότευκτου αεροπλανοφόρου «Φραγκλίν». Έκπληκτοι οι Ιάπωνες πιλότοι που είχαν ξεφύγει την καταδίωξη των Αμερικανών παρακολουθούν την «υπέρτατη θυσία» του διοικητή τους αλλά και τις εκρήξεις που ακολουθούν στο αεροπλανοφόρο από τη φωτιά και τις βόμβες που μετέφερε το βομβαρδιστικό και που έπληξαν κάποια μικρή αποθήκη πυρομαχικών. Αν και οι ομάδες πυρόσβεσης κατάφεραν τελικά να σώσουν το πλοίο τούτο είχε υποστεί μεγάλη ζημιά παίρνοντας κλίση η αποκατάσταση της οποίας το κράτησε για κάποιο διάστημα εκτός επιχειρήσεων.
Το γεγονός μεταφερόμενο από στόμα σε στόμα έγινε γνωστό το ίδιο βράδυ στο Τόκιο, όπου και έπαιξε σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις των αμέσως επόμενων ημερών.

Η δημιουργία των Καμικάζι
Η απόφαση δημιουργίας των ειδικών αυτών δυνάμεων αυτοκτονίας λήφθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1944 (ή του έτους 2.604, κατά το παραδοσιακό ιαπωνικό ημερολόγιο), στην αεροπορική βάση Μαμπαλακάτ, 110 χιλιόμετρα βόρεια της Μανίλα, σε συμβούλιο που συγκλήθηκε υπό τον υποναύαρχο Τακιτζίρο Ονίσι. Ανάδοχος του ονόματος αυτών «Θείος Άνεμος» ήταν ο υπαρχηγός του 1ου αεροπορικού στόλου Ρικιχέι Ινογκούκι. Παρά ταύτα πνευματικός πατέρας της δημιουργίας τους φέρεται ο Ειικίρο Τζιό, κυβερνήτης του αεροπλανοφόρου Κιγιόντα, που πρώτος πρότεινε επίσημα με αναφορά του, τον Ιούνιο του 1944, τη συγκρότηση τέτοιου ειδικού σώματος, προσφερόμενος μάλιστα ο ίδιος ν΄ αναλάμβανε τη διοίκησή του.
Οργανωτής των πρώτων τμημάτων Καμικάζι ήταν ο αντιναύαρχος Τακιγίρο Ονίσι. Γνώριζε ότι η Ιαπωνία είχε μείνει πίσω στον εξοπλισμό της και τότε ενέκρινε την πρόταση του Γιο. Ο πρώτος στόλος επιτέθηκε στη μοίρα του ναύαρχου Σπραίγκ στις 10.40 της 21ης Οκτωβρίου. Λίγες μέρες μετά τον διορισμό του Ονίσι, στις 15 Οκτωβρίου, πραγματοποιήθηκε η πρώτη πτήση αυτοκτονίας, του υποναύαρχου Μασαφούνι Αρίμα.
Καθώς έβλεπε την υπεροχή του εχθρού στην επίθεση στις Φιλιππίνες, ο Ονίσι αντιλήφθηκε ότι οι δυνάμεις του ήταν ανεπαρκείς και αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο του Ότα. Τα αεροπλάνα των καμικάζι λέγονταν τορπίλες Όκα. Ο Ονίσι έθεσε στους χειριστές το ερώτημα: «Προτιμάτε να πεθάνετε μαχόμενοι ένας εναντίον δέκα χωρίς την ελάχιστη ελπίδα επιτυχίας ή να πεθάνετε βυθίζοντας ο καθένας σας ένα εχθρικό πλοίο;» Οι πιλότοι διάλεξαν ο δρόμο της θυσίας και τότε δημιουργήθηκε το σώμα των «Σιμπού», των πιλότων που πετούσαν προς το θάνατο.
Το 1944 στον μαινόμενο πόλεμο του Ειρηνικού η εποχή των μεγάλων ιαπωνικών επιτυχιών που σημειώθηκαν μετά το Περλ Χάρμπορ και την εισβολή στις Φιλιππίνες του 1941, όπου ανάγκασαν ακόμα και τον Αμερικανό διοικητή του νοτίου Ειρηνικού, Ντάγκλας Μακ-Άρθουρ να καταφύγει στην Αυστραλία έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ειδικότερα μετά την ανακατάληψη του Γκουανταλκανάλ από τους Αμερικανούς, (Φεβρουάριος 1943), όπου οι ιαπωνικές δυνάμεις πέρασαν στην άμυνα, μήνα με τον μήνα οι Ιάπωνες στρατοκράτες άρχισαν να συνειδητοποιούν και να παραδέχονται την αμερικανική υπεροχή, αριθμητική και κυρίως ποιοτική, αλλά και την ναυτική τακτική τους, με ότι αυτό μπορούσε να σημαίνει για το ηθικό τους.

Στην κατάσταση εκείνη (του 1943) ήλθε να προστεθεί και η δυσαρέσκεια του «επίγειου θεού του ιαπωνικού έθνους», του Αυτοκράτορα Χιροχίτο με ιδιαίτερη μομφή προς τον αρχηγό του ναυτικού επιτελείου ναύαρχο Ναγκάνο λέγοντάς του «όπως φαίνεται οι Αμερικανοί κατέλαβαν την κτήση του ουρανού» υπονοώντας την υπεροχή της αμερικανικής αεροπορίας. Τον Ιούνιο του 1944 όταν πλέον οι Αμερικανοί πολιορκούσαν τα νησιά του Σολομώντος ο Χιροχίτο αποδεχόμενος σε ακρόαση τον πρωθυπουργό Χιντέκι Τότζο, ή Χιντόκι Τόζο που από τον Φεβρουάριο ήταν επικεφαλής του αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, ξεσπάθωσε: «Κύριε Πρωθυπουργέ, εξακολουθείτε ακόμα να επαναλαμβάνετε ότι ο αυτοκρατορικός στρατός είναι άτρωτος, ενώ σε κάθε εχθρική απόβαση χάνετε τη μάχη. Επιτέλους που θα καταλήξει αυτός ο πόλεμος:» Η αυτοκρατορική αυτή δυσαρέσκεια γρήγορα διέρρευσε σχεδόν σε όλα τα επιτελεία ενώ άρχισαν οι τριγμοί στην ίδια την κυβέρνηση. Η αυτοκρατορία στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Βέβαια οι ιαπωνικές πόλεις δεν είχαν αρχίσει να δέχονται αεροπορικούς βομβαρδισμούς, πλην όμως όλες οι βιομηχανίες υπολειτουργούσαν. Οι μεγάλες προσδοκίες ανάκτησης πρώτων υλών απ΄ όλα τα εδάφη του τόξου που είχαν επεκταθεί οι ιαπωνικές δυνάμεις δεν είχαν ευοδώσει. Υπό αυτές τις δραματικές συνθήκες οι κάποιες εισηγήσεις και προσπάθειες για έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών που φέρονται να ξεκίνησαν από το προηγούμενο έτος κρίθηκαν από τους στρατοκράτες ισοδύναμες με ατιμία.
Σημειώνεται ότι το 1940 η Ιαπωνία γιόρτασε με κάθε επισημότητα τα 2.600 χρόνια ζωής της. κατά τα οποία καλλιεργήθηκε μια απέραντη ανακτο-σιντοϊστική πίστη υψηλών υπερβατικών αρχών και ιδεών. Άραγε πόσο εύκολο θα μπορούσε να ήταν τώρα μια αμφισβήτηση ενός τόσο βαρύ φορτίου πολιτισμικής παράδοσης, έστω και κατ’ ελάχιστο; Μονόδρομος πλέον για τους «πιστούς» ο «ένδοξος θάνατος», το πέρασμα στην αιωνιότητα.
Τον Ιούνιο του 1944 το αυτοκρατορικό ναυτικό δέχεται μία ακόμη καταστροφική ήττα, στην αεροναυμαχία των Μαριάννων, τότε ο κυβερνήτης του αεροπλανοφόρου Κιγιόντα, πλοίαρχος Εϊικίρο Τζιό υποβάλλει την ακόλουθη έκκληση – πρόταση στην Ανώτατη Διοίκηση, που είχε εντυπωσιακή απήχηση:
«Δεν είναι πλέον καιρός να ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να καταστρέψουμε με τα συνήθη μέσα τα αριθμητικώς κατά πολύ υπέρτερα εχθρικά αεροπλανοφόρα.
Παρακαλώ, όπως συγκροτηθεί το ταχύτερο, ειδικό αεροπορικό σώμα του οποίου οι πιλότοι θα ρίπτονται επί των εχθρικών πλοίων.
Του σώματος αυτού επιθυμώ ν΄ αναλάβω τη διοίκηση».
Και ενώ οι ήττες του ναυτικού συνεχίζονται παρασύροντας και την κυβέρνηση του Τότζο που αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση του Κόισο Κουνιόκι οι ανακοινώσεις προς το λαό συνέχιζαν να μεγαλοποιούν κάποιες επιτυχίες αποκρύπτοντας τις τεράστιες απώλειες. Η δε Ανωτάτη Αυτοκρατορική Διοίκηση θεωρώντας τις Φιλιππίνες ιδιαίτερα ζωτικές για την οικονομία της χώρας, μετά μάλιστα την αποκάλυψη του υπουργού εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης, Βιατσεσλάβ Μολότοφ στον Ιάπωνα πρέσβη στη Μόσχα στις 6 Οκτωβρίου (1944) για επικείμενη αμερικανική απόβαση στις Φιλιππίνες στις 20 Σεπτεμβρίου, κάλεσε όλες τις δυνάμεις να κρατήσουν με κάθε θυσία μέχρι και του τελευταίου την άμυνά τους, εκπονώντας παράλληλα το περίφημο «Σχέδιο Νίκη» (Σο-Γκο). Τότε στις ψυχές των μαχητών άναψε η σπίθα μιας παραληρηματικής έξαψης, πρωτόγνωρης και για την ιαπωνική νοοτροπία. που θα αποδειχθεί ανίκανη πλέον να ανακόψει τη συνεχώς ογκούμενη πλημμυρίδα των συμμαχικών αποβατικών δυνάμεων.
Η τεχνική της επίθεσης
Η τεχνική της επίθεσης ήταν απλή. Το αεροπλάνο, συνήθως ένα μονοκινητήριο τύπου “Zero”, ήταν γεμάτο με εκρηκτικά. Όταν έφτανε σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από τον στόχο ξεκινούσε ταχύτατη πορεία, παράλληλα με τη θάλασσα. Τις περισσότερες φορές όμως δεν έβρισκε στόχο αλλά ανατινάζονταν από τα πυρά του αεροπλανοφόρου. Άλλες φορές ο Καμικάζι κατάφερνε να ρίξει το αεροπλάνο του στα πλευρά, στο κατάστρωμα ή στη γέφυρα του αμερικανικού στόχου. Προκαλούσε έτσι αλυσιδωτές εκρήξεις με αποτέλεσμα τον θάνατο αμερικάνων ναυτών. Οι επιτυχίες όμως ήταν ελάχιστες.

Το Yokosuka MXY7 Ohka
Τα αεροπλάνα που χρησιμοποιήθηκαν
Κατασκευάσθηκαν αεροπλάνα ειδικά για τις αποστολές αυτοκτονίας. Τα αεροσκάφη ήταν ένα είδος ιπτάμενης τορπίλης με βραχύτατα πτερύγια. Έφεραν εκρηκτικές ύλες και ο θαλαμίσκος του πιλότου βρισκόταν πιο πίσω από τα συνηθισμένα βομβαρδιστικά. Σχεδιαστής τους ήταν ο υποπλοίαρχος Ότα, ένας από τους πρώτους εθελοντές καμικάζι. Κατασκευάσθηκαν συγκεκριμένα 135 ιπτάμενες τορπίλες. Σε απόσταση είκοσι χιλιομέτρων από τον στόχο και με ταχύτητα 650 έως 900 χιλιόμετρα την ώρα, το βομβαρδιστικό απαγκιστρωνόταν από τον σχηματισμό του και κατευθύνονταν προς το αμερικανικό πλοίο. Όμως, η θυσία ήταν μάταιη, αφού οι Αμερικάνοι τους κατέρριπταν πριν από την πρόσκρουση στο πλοίο τους.

H προετοιμασία του Καμικάζι
Πριν την αναχώρηση για την πτήση αυτοκτονίας ο Καμικάζι έδενε στο μέτωπό του το «χασαμάκι», μια λευκή υφασμάτινη λωρίδα που συμβόλιζε το πνεύμα της θυσίας. Έπινε ένα φλιτζάνι «σακέ» και αποχαιρετούσε τους συναδέλφους του. Μαζί του πολλές φορές κρατούσε ένα ξίφος σαμουράι και ένα παιχνίδι των παιδιών του. Όταν πια ήταν έτοιμος προς αναχώρηση ο διοικητής του του προσέφερε μια ανθοδέσμη. Η πράξη αυτή θεωρούνταν τιμητική, καθώς έδειχνε πίστη για τη νίκη της πατρίδας.
Πολλοί Καμικάζι είχαν και οικογένειες. Αρκετοί όμως ήταν και αυτοί που δεν πίστεψαν την προπαγάνδα του κράτους. Ωστόσο, αναγκάστηκαν να αυτοκτονήσουν με τα αεροπλάνα τους. Εκεί καταπατήθηκε η εθελοντική συμμετοχή. Ο ιαπωνικός λαός αποδέχθηκε γρήγορα την ύστατη λύση του στρατού. Η οργάνωση απλώθηκε σε όλους τους αεροναυτικούς σταθμούς. Ολόκληρες μονάδες διατάχθηκαν να πραγματοποιήσουν πτήσεις αυτοκτονίας.
Λόγω της υποστήριξης που είχαν οι αποστολές κανείς πιλότος δε μπορούσε να αρνηθεί τη θυσία του που ταίριαζε και με την νοοτροπία του ιαπωνικού λαού. Δεν είναι τυχαίο ότι ποτέ δεν έχουμε διαβάσει τι έλεγαν οι μητέρες των πιλότων, που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα είχαν ξεσηκωθεί. Στη συνέχεια, «η υπέρτατη πράξη», όπως την χαρακτήριζαν, πέρασε από τις ένοπλες δυνάμεις στα πανεπιστήμια. Οι νεαροί φοιτητές προσήλθαν να καταταγούν στους Καμικάζι.
Απολογισμός
Οι επιθέσεις αυτοκτονίας των καμικάζι κράτησαν οχτώ μήνες. Τα στατιστικά δείχνουν πόσο αποτελεσματική ήταν η πρακτική τους. Περίπου 4.000 Καμικάζι σκοτώθηκαν υπέρ της Ιαπωνίας την περίοδο 1944 – 1945. Ποσοστό μικρότερο του 20% πέτυχε το στόχο του. Πάνω από 30 αμερικανικά πλοία βυθίστηκαν και περίπου 400 υπέστησαν βλάβες. Οι Αμερικανοί είχαν 5.000 θύματα.
Μετά το τέλος του πολέμου και την ήττα της Ιαπωνίας, ο «πατέρας των Καμικάζι», ο Ονίσι, αυτοκτόνησε με σεπούκου. Έκανε δηλαδή χαρακίρι». Στο σημείωμα που άφησε ευχαρίστησε τους πιλότους του και απολογήθηκε για τον άσκοπο, τελικά, θάνατο τους. Όλοι πέθαναν με την ψευδαίσθηση ότι μπορούσαν να προσφέρουν τη νίκη στην πατρίδα τους.
http://netnews.eu/
Θα'θελα να'ξερα αυτος που εγραψε την επικεφαλιδα εχει διαβασει το αρθρο τουλαχιστον,γιατι τι εκαναν οι καμικαζε σιγουρα δεν εχει ιδεα...
ΑπάντησηΔιαγραφή